ΔΑΝΙΗΛΙΔΑΙ

  • Εκτύπωση

Ἀρχηγός τῶν Δανιηλίδων, οἱ ὁποῖοι κατά τήν ἐποχήν τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων τῆς Ἑλλάδος (1821) βρίσκονταν στήν ἀκμή τῆς ἡλικίας τους ὑπῆρξαν ὁ Εὐστράτιος (Χατζη-Στρατ-Ἀγᾶς) καί ὁ ἐξάδελφός του Ἐφραίμ (Χατζῆ-Ἐβρέν Ἀγᾶς) Δανιηλίδης.

Σέ συνεργασία οἱ δυό τους ἄρχισαν τή σταδιοδρομία τους μέ τό ἐμπόριο, κυρίως ξυλείας καί σιτηρῶν καί ἀπέκτησαν ἄφθονο πλοῦτο. Εἶχαν ἐμπορικές συναλλαγές καί μέ τόν δυνάστη τῆς Αἰγύπτου Μωχάμετ Ἄλη, τοῦ ὁποίου ἀπέκτησαν τήν εὔνοια.

Ἄνθρωποι καλόκαρδοι καί μέ ἀγάπη πρός κάθε πονεμένο, εἶχαν μετατρέψει τά ἰσόγεια διαμερίσματα τοῦ τεράστιου ἀρχοντικοῦ τους σέ Ξενῶνα, ὅπου διανυκτέρευαν καί εὕρισκαν τροφή ταξιδιῶτες ὄχι μόνον ρωμηοί, ἀλλά καί κάθε θρησκείας καί κοινωνικῆς τάξεως.

Ὁ πλοῦτος τῶν Δανιηλίδων καί ἡ μεγάλη ἐκτίμηση πού ἀπολάμβαναν ἀπό ὅλους, ἀνεξάρτητα ἀπό θρησκευτικές πεποιθήσεις, ἦταν ἑπόμενο νά κινήσουν τόν φθόνο ὡρισμένων. Τούς κατηγόρησαν γιά οἰκονομικές ἀτασθαλίες -ἀπεδείχθη ἀργότερα ὅτι αὐτό ἦταν σκέτη συκοφαντία – καί χωρίς καμμία διαδικασία τούς ἔστειλαν ἐξορία στήν Κασταμονή τοῦ Πόντου, ὅπου παρέμειναν γιά καιρό.

Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Ἀττάλεια εἶχε περιέλθει στό Αἰγυπτιακό κράτος. Μετά ἀπό ἕνα ἔτος ὁ Μωχάμετ Ἄλη τῆς Αἰγύπτου, μετά ἀπό πιέσεις τοῦ σουλτάνου, ἀπεφάσισε νά ἀποδώσει τήν Ἀττάλεια στούς Ὀθωμανούς. Κατά τίς διαπραγματεύσεις, μεταξύ ἄλλων ὁ Μωχάμετ Ἄλη ἔθετε στόν σουλτάνο καί τόν ἑξῆς εἰδικόν ὅρο : «Οἱ ἐν ἐξορίᾳ παραμένοντες εἰς Κασταμονήν φίλοι του Διανιηλίδαι νά ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι ἐκ τῆς ἐξορίας των, ἐπιστρέφοντες εἰς Ἀττάλειαν μέ πλήρη ἐξασφάλισιν τῆς ζωῆς καί τῆς περιουσίας των.»

Ὁ σουλτάνος ἀποδέχθηκε τούς ὅρους πού τοῦ ἔθεσε ὁ Μωχάμετ Ἄλη, ἀπελευθέρωσε τούς Δανιηλίδες καί τούς ἀποκατέστησε στήν προηγούμενη οἰκονομική καί κοινωνική τους θέση.

Καθώς ἐπέστρεφαν στήν Ἀττάλεια οἱ πρώην ἐξόριστοι θεώρησαν χρέος τους νά περάσουν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια νά εὐχαριστήσουν τόν εὐεργέτη τους Μωχάμετ Ἄλη. Ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια αἰσθάνθηκαν τήν ψυχική ἀνάγκη νά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσουν τόν Πανάγιο Τάφο καί νά εὐχαριστήσουν τόν Κύριο γιά τήν ἀπελευθέρωσή τους. Ὅταν ἔφθασαν ἐκεῖ πληροφορήθηκαν ὅτι ὁ Ἱ. Ναός τῆς Γεννήσεως στή Βηθλεέμ εἶχε πάθει σοβαρές ζημιές ἀπό πρόσφατο σεισμό. Ἔσπευσαν νά μεταβοῦν στήν Βηθλεέμ. Προσκύνησαν στό Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως, διαπίστωσαν τίς ζημιές τοῦ ναοῦ, ὑπολόγισαν τό κόστος τῶν ἐπισκευῶν καί ἀνέλαβαν οἱ ἴδιοι ἐξ ὁλοκλήρου τή δαπάνη.

Ὅταν ἐπέστρεψαν στήν Ἀττάλεια ὁ Χατζηστρατάγας Δανιηλίδης ἀνέλαβε τήν ἀνέγερση ἑνός νέου εὐρύχωρου ναοῦ, ἔξω ἀπό τά τείχη, πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Κοντά στό ναό, στό εὐρύχωρο οἰκόπεδο πού εἶχε ἀγοράσει, ἔκτισε Νοσοκομεῖο. Ἦταν τό μοναδικό τότε νοσοκομεῖο στήν Ἀττάλεια καί σ᾽αὐτό νοσηλεύονταν ὄχι μόνον ρωμηοί ἀλλά καί Τοῦρκοι. Τά δέκα πέντε διαμερίσματα του ἦταν χωρητικότητας 100 κλινῶν. Προέβλεψε καί τήν ἀνέγερση κατοικίας τοῦ ἰατρικοῦ καί ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Νοσοκομείου. Καί ἀκόμα ἀνέλαβε τή συντήρηση καί λειτουργία τοῦ Νοσοκομείου, μέ τακτική προσωπική του ἐπιχορήγηση χωρίς καμμία ἐπιχορήγηση ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν.

Σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τό Νοσοκομεῖο ἀνηγέρθη ἡ «Λέσχη Ἄτταλος», ἕνα εἶδος συναντήσεων-καφενείου, ὥστε μέ τά ἔσοδά του νά ἐνισχύεται ἡ λειτουργία τοῦ Νοσοκομείου.

Μετά τόν θάνατο τοῦ ἱδρυτῆ τό κτήριο τοῦ Νοσοκομείου μετατράπηκε σέ Ἐκπαιδευτήριο, στό ὁποῖο φοιτοῦσαν 600 μαθητές. Ἡ δέ κατοικία τῶν ἰατρῶν τοῦ Νοσοκομείου χρησιμοποιήθηκε μέχρι τόν διωγμό ὡς κατοικία τοῦ ἑκάστοτε Μητροπολίτου Πισιδίας, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς δεύτερη ἕδρα του τήν Ἀττάλεια.

Ὁ Χατζῆ-Ἐβρέν-Ἀγᾶς μέ τήν οἰκογένειά του τό 1844 μέσα στό κάστρο τῆς Ἀττάλειας ἔκτισε τόν ναόν τοῦ Ἁγίου Ἀλυπίου τοῦ Κιονίτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μοναδικός Ὀρθόδοξος ναός στήν Ἀττάλεια, πού λειτουργεῖται.

Τά παιδιά του, τά ὁποῖα κληρονόμησαν τήν τεράστια περιουσία τοῦ πατέρα τους συνέχισαν τά καλά του ἔργα.