ΠΟΥ ΣΟΥ ΘΑΝΑΤΕ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΝ ;

  • Εκτύπωση

ΕΡΩΤΗΣΗ : Ὅταν σκέπτομαι ὅτι μιά μέρα θά πεθάνω ταράσσομαι. Γι΄αὐτό οὔτε θέλω νά ἀκούω τή λέξη θάνατος. Τί νά κάνω γιά νά μή φοβᾶμαι τό θάνατο ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εἶσαι Χριστιανός Ὀρθόδοξος. Ἔχεις βαπτισθεῖ καί ἑνώθηκες μέ τόν Χριστό. Ἔγινες μέλος τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας, πού εἶναι τό Βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Πολιτογραφήθηκες ὡς πολίτης αὐτοῦ τοῦ Βασιλείου, πού ἐκτείνεται ἀπό τή γῆ ὡς τόν οὐρανό. Εἴτε ἐδῶ στή γῆ ζεῖς, εἴτε στόν οὐρανό θά βρίσκεσαι, θά ζεῖς ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Ἡ ψυχή σου δέν πεθαίνει. Εἶναι ἀθάνατη καί θά ζεῖ αἰώνια. Γιά τήν ψυχή δέν ὑπάρχει θάνατος. Δέν μᾶς διαβεβαίωσε ὁ Κύριος ; «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνη ζήσεται· καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα». (Ἰω. 11, 25-26). Ποιός σοῦ εἶπε, λοιπόν, ὅτι θά πεθάνεις καί φοβᾶσαι ; Τό σῶμα μόνον θά κοιμηθεῖ, γιά ἕνα χρονικό διάστημα, πού καί αὐτό θά ἀναστηθεῖ κατά τήν ὥραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, νέο ἀνανεωμένο, πού ἑνωμένο καί πάλι μέ τήν ψυχή θά συμμετέχει στήν αἰώνια χαρά. Μᾶς τό λέγει καθαρά ἡ Ἁγία Γραφή : «τό φθαρτόν τοῦτο (σῶμα) ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καί τό θνητόν τοῦτο (σῶμα) ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν». (1η Κορ. 15, 53). Γι΄αὐτό ὁ Θεόπνευστος Ἀπόστολος θριαμβευτικά ἀναφωνεῖ : «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον ; ποῦ σου ἅδη τό νῖκος ;» (1η Κορ. 15, 55).

Ὁ Χριστός μας μέ τόν σταυρικόν Του θάνατον καί τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του «ἐπάτησε» τόν θάνατον καί τόν κατενίκησε. Αὐτό δέν διαλαλοῦμε τήν νύκτα τῆς Ἀναστάσεως καί ἐπί 40 ἡμέρες ; «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας ...» ; Ἀλλά στό τέλος τῆς σχετικῆς εὐχῆς, πού συνεχίζουμε νά λέμε καί κάθε Κυριακή, αὐτό διακηρύττουμε : «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι ... σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι΄ἡμᾶς θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν».

Ἑπομένως, γιά τόν ἑνωμένον μέ τόν Χριστόν πιστόν, θάνατος δέν ὑπάρχει. Γι΄αὐτό καί δέν τόν φοβᾶται. Ὅπως δέν τόν φοβόνταν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, πού ἑτοιμάζονταν μέ χαρά γιά τό Μαρτύριο, πού θά τούς ἀνέβαζε στό οὐράνιο Βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Καί ἄλλοι, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λαχταροῦσαν νά τούς πάρει ὁ Κύριος κοντά του : «τήν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τό ἀναλῦσαι (νά φύγω ἀπ΄αὐτόν τόν κόσμον) καί σύν Χριστῷ εἶναι» (Φιλιπ. 1, 23).

Ἄν εἶναι κάτι πού πρέπει νά φοβόμαστε εἶναι ἡ ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς, ἡ βρωμερή ἁμαρτία, ἡ ὁποία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεόν καί δέν μᾶς ἀφίνει νά ἰδοῦμε τόν Θεό. Καθώς εἶπε ὁ Κύριος : «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Γι΄αὐτό καθημερινή προσπάθειά μας καί προσευχή μας στόν Ἐπουράνιο Βασιλέα ἄς εἶναι : «Ἐπουράνιε Βασιλεῦ ... ἡμᾶς ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει παράλαβε ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος». (Εύχή στό τέλος τῶν ὄρθρων τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς).

Ἄν αὐτό κάνουμε, καθόλου νά μή φοβόμαστε γιά τίποτε, οὔτε τόν νικημένο ἀπό τόν Χριστό θάνατο.

 

bullets