Ο ΓΑΜΟΣ

  • Εκτύπωση

Όταν επιτέλους μετά την πολύχρονη μνηστεία αποφασιζόταν να γίνει ο γάμος, όρι­ζαν και την Κυριακή που θα γινόταν το Μυστήριο. Δυο βδομάδες πιο πριν, γινό­ντουσαν οι προσκλήσεις σε συγγενείς και σε φίλους. Η οικογένεια του νέου κα­λούσε τους δικούς της κι η οικογένεια της νέας τους δικούς της επίσης. Επειδή την εποχή εκείνη προσκλητήρια δεν υπήρχαν, το «κάλεσμα» γινόταν μέσω μιας ειδικής «καλέστρας» της Φικέ. Μια βδομάδα πριν, άρχιζαν τα προ-εόρτια. Ήταν η Κυριακή που θα κοβόταν το νυφικό, Μπιτσίμ-Αλτή, στα Τούρκικα. Το νυφικό, ήταν δώρο του γαμπρού και κοβόταν στο σπίτι του γαμπρού. Η μοδίστρα που θα το έρραβε, πήγαινε πρώτα στο σπίτι της νύφης έτταιρνε τα μέτρα της. Μετά, πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού για να κόψει εκεί το νυφικό φόρεμα.

Στο σπίτι του γαμπρού ήταν συγκεντρωμένοι οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειάς του. Η ράφτρα, έκανε τρεις φορές το σημείο του Σταυρού με το ψαλίδι της πάνω στο μετα­ξωτό ύφασμα και στη συνέχεια το έκοβε σύμφωνα με τα μέτρα που είχε πάρει, ενώ ταυτό­χρονα ευχόταν το «Καλορρίζικο». Τότε, άρχιζε να πέφτει πάνω στο ύφασμα βροχή από νο­μίσματα δώρο για τη μοδίστρα.

Στην αρχή της προ του γάμου βδομάδας, συνήθως την Τρίτη, γινόταν στο σπίτι της υπο­ψήφιας νύφης, η έκθεση των προικιών της. Ήταν το «Τζέεζ-αλτή». Άνοιγαν λοιπόν τα γεμάτα μπαούλα κι άπλωναν όλα τα προικιά σ' όλο το χώρο υποδοχής (το Μουσαφίρ Οντασή). Οι προσκαλεσμένοι, τα περιεργάζονταν, τα θαύμαζαν και παίνευαν τον πλούτο και την ποιότητά τους. Και πάλι εύχονταν και ξαναεύχονταν, για υγεία και μακροβιότητα στη μέλ­λουσα οικογένεια.

Την Πέμπτη, μαζεύονταν κοπέλες συγγενείς και φίλες των μελλονύμφων στο σπίτι του γαμπρού, εκεί που θα πήγαινε να κατοικήσει η νύφη, για να στρώσουν το κρεββάτι τους. Συνήθιζαν αφού το στρώσουν, να βάζουν επάνω ένα αγοράκι που ζούσαν οι γονείς του και το κυλούσαν για να φέρει γούρι και να γεννηθεί αγόρι το πρώτο παιδί του ζεύγους. Καθώς έστρωναν το κρεββάτι, το ράντιζαν με κουφέτα και με νομίσματα ασημένια και χρυσά. Κυ­ρίως Βυζαντινά Κωνσταντινάτα (Τεκανός) και Βενέτικα (Γιαλντήζ).

Την Παρασκευή εκείνης της βδομάδας που την Κυριακή θα γινόταν ο γάμος, γινόντου­σαν μεγάλες ετοιμασίες. Και οι δυο οικογένειες καλούσαν κοπέλες συγγένισσες ή φίλες για να τους βοηθήσουν στα φαγητά, άσχετα αν για το τραπέζι του γάμου είχαν προσλάβει ειδικές μαγείρισσες. Προπαντός για το παραγέμισμα και το ψήσιμο του πατροπαράδοτου αρνιού ή των αρνιών.

Την παραμονή του γάμου, το Σάββατο το βράδυ, ο γαμπρός καλούσε όλους τους αρσενι­κούς συγγενείς, τους δικούς του καθώς και της κοπέλας και πήγαιναν όλοι τους μαζί στο Λουτρό (Χαμάμ). Πριν από το λουτρό, ο μπαρμπέρης ξύριζε τον γαμπρό και πληρωνόταν γενναία. Όση ώρα ο μέλλων γαμπρός ξυριζόταν, οι φίλοι του τον συντρόφευαν και του τραγουδούσαν ρομαντικά τραγούδια, για να τον διασκεδάσουν. Την ίδια μέρα, αλλά το με­σημέρι, μαζεύονταν στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης οι συγγενείς τους για να δουν τα νυφιάτικα και γαμπριάτικα δώρα.

Τα δώρα που έπαιρνε η νύφη από το γαμπρό ήταν : το φόρεμα που θα φορούσε σαν νύφη, η καλύπτρα του προσώπου της από πολύ λεπτό μεταξωτό κόκκινο τούλι, το «Πουλλού», ολοκέντητο με λαμπερές μικρές πούλιες. Το δαχτυλίδι του αρραβώνα (η Βεργέτα), χρυσά νομίσματα και άλλα διάφορα.

Τα δώρα της νύφης στο γαμπρό ήταν : Ασπρόρρουχα από χασέ (όχι από κάμποτ), κάλ­τσες κεντητές, ζώνη, μαντήλια μεταξωτά, 2 πίπες χρυσές ή ασημένιες με επιστόμιο από κε­χριμπάρι (ήλεκτρο) η μια για τον γαμπρό και η άλλη για τον κουμπάρο, τον «Σααντήτς».

Μετά την ανταλλαγή των δώρων, οι φίλες της νύφης πήγαιναν στο σπίτι της και την έπαιρναν στο λουτρό για να λουστεί. Όσην ώρα λουζόταν η νύφη μαζί με την παράνυμφη τα υπόλοιπα κορίτσια της συνοδείας διασκέδαζαν στο προθάλαμο του λουτρού, στο «σόγουκλουκ» (δροσερό) με χορούς και τραγούδια.

Οι πλούσιες οικογένειες, για τις εκδηλώσεις αυτές, καλούσαν συνήθως τους τυφλούς μουσικούς της Αττάλειας που διασκέδαζαν όλους με τα παθητικά τραγούδια τους και τα μουσικά τους τοπικά όργανα, βιολί, σαντούρι, λαγούτο και το κλαρίνο, το «Ντελμχέκι, ντέφι. Μέσα στο Λουτρό, τη νύφη την έλουζε ειδική γυναίκα, φυσικοθεραπεύτρια. η «Τελ- λέκ». Την έπλενε τρίβοντας όλο το σώμα της με σακκουλάκι από αλπακά για να καθαρισει βαθειά το δέρμα της και συμπλήρωνε με γυμναστικές ασκήσεις. Μετά, τη χτένιζε, όπως έπρεπε. Όταν επιτέλους τέλειωναν όλες αυτές οι τελετουργίες, οδηγούσε η Τελλέκ τη νύφη και την παράνυμφη έξω από το λουτρό. Έπαιρναν θέση στο «Σεκί», τον φαρδύ καναπέ του «δροσερού» κι εκεί έσμιγαν με την παρέα της νύφης που την παραλάβαινε και την πήγαινε πίσω στο σπίτι της.

Το Σάββατο το βράδυ, στο σπίτι της νύφης γινόταν γλέντι. Όλα τα κορίτσια, οι φίλες της, της τραγουδούσαν, την πείραζαν, της έφτιαχναν τα μαλλιά της, τη χάιδευαν και την περιποιόντουσαν. (Ανάμικτη τρυφερότητα και ζήλεια)! Σαν τέλειωνε το γλέντι εκείνο, πριν φύγουν οι καλεσμένοι, η νύφη έπαιρνε θέση στην πόρτα του δωματίου βαστώντας ένα ασημένιο τάσι μπροστά της. Όλοι οι... αποχωρούντες συγγενείς, έριχναν εκεί μέσα τα δώρα τους, χρυσά ή ασημένια νομίσματα ή ακόμα και χρυσά κοσμήματα.

Έτσι τέλειωναν αυτές οι «προ του γάμου» εκδηλώσεις και έφταναν στην Κυριακή, τη μέρα του γάμου.


Από το βιβλίο «ΑΤΤΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΤΑΛΕΙΩΤΕΣ» Τόμος Β΄, Σελ. 51


Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Μετά το «ντύσιμο» της νύφης, τα κορίτσια περιποιόντουσαν τα μαλλιά της και τα στό λιζαν με λουλούδια, γαρύφαλλα, Εμβέρ-Μπόι, Φούλια κι άλλα. Της φορούσαν τα κοσμήματά της, κολλιέ, «μπογιουντουρούκ», σκουλαρίκια, βραχιόλια, δαχτυλίδια και τελευταία της φορούσαν την κόκκινη αρραχνοΰφαντη καλύπτρα, το νυφικό «Πούλλου» με τις αστραφτερές πούλιες. Μετά, την κάθιζαν έτσι, όπως ήταν στολισμένη, σε μια πολυθρόνα και περίμεναν να φτάσει ο γαμπρός με τη μεγάλη συνοδεία του από φίλους και συγγενείς, για να την πάρει.

Τις ώρες εκείνες που περίμενε η νύφη, ένιωθε θλίψη και συγκίνηση που ενκατέλειπε το σπίτι της και τους δικούς της. Συχνά, κάτω από το βέλλο της, το «Πούλλου», δάκρυζε κι έκλαιγε ακόμα. Τώρα, κι αν ακόμα δεν ένιωθε θλίψη, το δάκρυσμα ήταν... απαραίτητο, τουλάχιστον για τα μάτια του κόσμου. Έπρεπε οπωσδήποτε να δείξει πως κλαίει και να σκουπίζει, τάχα, διακριτικά τα μάτια της με το μεταξωτό μαντήλι της. Την θεωρούσαν πολύ τολμηρή κι απρεπή, μ' άλλα λόγια, τη κακοχαρακτήριζαν, αν δεν έκλαιγε για την απομάκρυνση από την οικογενειακή της εστία.

Τις ίδιες εκείνες ώρες. χαμός γινόταν και στο σπίτι του γαμπρού. Οι φίλοι του τον ετοίμαζαν, ξυριζόταν, φορούσε τα γαμπριάτικα ρούχα του, κοστούμι Ευρωπαϊκό με Φράγκικο παντελόνι, είτε σαλβάρι. μιντάνι (μεϊντάνι) και ζώνη Περσική, μάλλινη, ή υφασματένια, χρωματιστά υφασμένη με διάφορα σχέδια, παρόμοια με τα σχέδια των Περσικών χαλιών.

Συνοδεία του, μετά μουσικής μπάντας. Κλαρίνο, Σαντούρι,Ούτι και Λαγούτο και σε ασημένιο δίσκο, τα στέφανα και τα κουφέτα. Όλη αυτή η συνοδεία, έφτανε μπροστά στο σπίτι της νύφης και την περίμεναν να κατεβεί. Με τη σειρά της η νύφη, κατέφθανε με τη συνοδεία της κι εκείνη. Τότε το ζεύγος έσμιγε και όλοι μαζί αποτελούσαν τη πομπή για την εκλησιά με τη μουσική πάντα να προπορεύεται. Αυτή ήταν η τελετή του «Γκελίν- Αλμασή», δηλαδή, η παραλαβή της νύφης.

Της όλης τελετής, προηγείτο η Φικέ, η... τελετάρχισσα, ας πούμε. Αυτή κατήυθυνε την όλη πορεία... Όσοι συγγενείς και γνωστοί του ζεύγους των μελλονύμφων τύχαινε να βρί­σκονται στα σπίτια τους στο δρόμο που ακολουθούσε η πορεία, έκριναν σαν απαράβατη υποχρέωσή τους, να προσφέρουν στο... διερχόμενο ζευγάρι, προπαντός στη νύφη και στις παράνυμφες, σερμπέτια και σουμάδες. Η νύφη, πάντα έφερνε αντίρρηση, αλλά κι έτσι ακό­μα, έπινε κάποια γουλιά, πάντα από κάτω από το «Πούλλου» της. Τιμητικός ρόλος ήταν κατά την πορεία εκείνη, αδελφές τυχόν του γαμπρού κι άλλες νεαρές συγγενείς, να υποβα­στάζουν τη νύφη από τις μασχάλες. Αυτές θεωρούνταν και οι παράνυμφες. Τις έλεγαν «Γκολτουκά γκιρενλέρ» που σημαίνει, «υποβαστάζουσες». Η δεξιά μασχάλη ήταν πιο τι­μητική από την αριστερή και συχνά γίνονταν καυγάδες και παρεξηγήσεις ανάμεσα στους συγγενείς, και στις υποψήφιες υποβαστάζουσες.

Η τελετή της στέψης γίνονταν, όπως γίνεται και τώρα, στην Ελλάδα. Έλεγαν το «Ησαΐα χόρευε» και ράντιζαν το ζευγάρι με άφθονο ρύζι, σύμβολο ευημερίας, αφθονίας και γονιμότητας, ακόμη και με ροδοπέταλα. Τα στέφανα τα άλλαζε ο κουμπάρος, (ο Σααντήτς), συνήθως ο αμέσως επόμενος αδελφός του γαμπρού, που έτρωγε και τις γροθιές του κόσμου που μ' αυτόν τον τρόπο του εύχονταν το «Καλορρίζικα, και στα δικά σου!».

Μετά την τελετή, ο κόσμος περνούσε σε παρέλαση μπροστά από τους νιόπαντρους, τους φιλούσε στο μέτωπο ή στο μάγουλο, φιλούσε και το στεφάνι τους κι αφού τους ευχό­ταν, αποχωρούσε. Τα νυφιάτικα στέφανα τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη και τιμή οι Ατταλειώτες. Τα φύλαγαν μετά το γάμο στο Εικονοστάσι του σπιτιού τους, μέσα σε ειδική στεφανοθήκη και τον ίδιο σεβασμό γι' αυτά έδειχναν και τα παιδιά τους αργότερα.

Μετά τη γαμήλια τελετή, η πομπή έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι των νεόνυμφων. Επιδίωκαν συνήθως ν' ακολουθούν κεντρικούς δρόμους, Χριστιανικούς, για να δουν το γάμο όσο το δυνατόν περισσότεροι. Με τη μουσική πάντα μπροστά, με τα τραταρί- σματα από τις γνωστές οικογένειες καθ' οδόν και η νύφη πάντα κάτω από το πέπλο της το «Πούλλου», έφταναν κάποτε στο σπίτι. (Το Πούλλου, υποθέτω πως καθιερώθηκε από παληά για ν' αποφεύγονται ενδεχόμενες προκλήσεις για επίθεση του κατακτητή Τούρκου).

Μόλις έφταναν στο σπίτι, που βασικά ήταν το σπίτι του γαμπρού, οδηγούσαν τη νύφη στο στολισμένο δωμάτιο της. Πριν δρασκελίσει το κατώφλι, έκανε τρεις μετάνοιες, το ση­μείο του Σταυρού και φιλούσε τα χέρια του πεθερού και της πεθεράς ή αυτών που τους αντι­προσώπευαν και στη συνέχεια αποσυρόταν σε μια γωνιά της αίθουσες κι εκεί περίμενε όρ­θια, μέχρις ότου η πεθερά της δώσει την άδεια να καθήσει. Όταν πια έφευγαν οι καλεσμέ­νοι, ο γαμπρός έτρεχε ανυπόμονος στο δωμάτιο της νύφης. Σήκωνε το πέπλο και στα παληότερα χρόνια, αυτή ήταν και η πρώτη φορά που έβλεπε τη νύφη καταπρόσωπο. Κάποια στιγμή, θυμόντουσαν πως η νύφη έπρεπε να... πεινάει και φρόντιζαν να της προσφέρουν κάτι. Εκείνη από ντροπή αρνιόταν, ωστόσο όμως με την πίεση που της γινόταν, κάτι έτρωγε.


Από το βιβλίο «ΑΤΤΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΤΑΛΕΙΩΤΕΣ» Τόμος Β΄, Σελ. 51


ΤΟ ΓΑΜΗΛΙΟ ΓΕΥΜΑ

Ευλογημένη η εποχή μας! Σήμερα, το ζευγάρι εγκαταλείπει τους καλεσμένους και τρέ­χει στο αεροπλάνο, το τραίνο ή το βαπόρι, για το μήνα του μέλιτος!

Αλλά ας συνεχίσουμε για κείνο τον καιρό: Κατά τα παληά έθιμα, η παράνυμφη, ή η αδελφή του γαμπρού, το πρωί της επόμενης μέρας, άνοιγε διακριτικά την πόρτα της κρεββατοκάμαρας, έμπαινε και η μητέρα του γαμπρού από πίσω, ανοίγανε το πάπλωμα και... διαπιστώνανε «ιδίοις όμασι» πως το ζευγάρι είχε γίνει «ζευγάρι» και ότι η κοπέλα ήταν παρθένα!

Την επομένη, ήταν ο «Αντίγαμος», το «Γκελίν Ερτεσή». Το απόγευμα της μέρας εκεί­νης, Δευτέρα ήταν, η νύφη δεχόταν στο καινούριο σπιτικό της, τις επισκέψεις παληών και νέων φίλων και συγγενών που ερχόντουσαν να προσφέρουν τα δώρα τους. Χρυσά ή ασημέ­νια νομίσματα, βραχιόλια χρυσά, σκουλαρίκια, ασημένια κουταλοπήρουνα, σερβίτσια του γλυκού κ.α. Ακολουθούσαν από μέρους της νύφης, τραταρίσματα, σουμάδες, κουφέττα, λουκούμια κι αφράτα μύγδαλα της Χίου τα οποία οι επισκέπτες τα τύλιγαν στα μαντήλια τους και τα έπαιρναν μαζί τους φεύγοντας, για τα παιδιά τους. Κατά το βραδάκι άρχιζε με τη συνοδεία της μουσικής, να μοιράζει η νύφη τα δώρα της, που τα είχε σε «Μποξά», στους οικείους και συγγενείς. Ο «Μποξάς» ήταν ένα δέμα φτιαγμένο από τετράγωνο ύφασμα (ενός περίπου τετραγωνικού μέτρου) μεταξωτό που περιείχε διάφορα δώρα, ρούχα συνή­θως, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο εκείνου για τον οποίο προοριζόταν. Αρχιζε πάντα από τον πεθερό και την πεθερά που τα δικά τους δώρα ήταν και τα πιο βαριά. Ο Μποξάς συνήθως περιείχε ένα φόρεμα (σε ύφασμα), ζευγάρια κεντητές κάλτσες, πλεγμένες από τα χέρια της νύφης, ένα ζευγάρι παντόφλες βελουδένιες και χρυσοκεντημένες, πουκάμισο, με­ταξωτό μαντήλι κ.α.

Οι γιορταστικές εκδηλώσεις του γάμου κρατούσαν όλη τη βδομάδα που ακολουθούσε το γάμο, για να γνωριστούν οι καινούριοι συγγενείς μεταξύ τους και να συσφιχτούν οι με­ταξύ τους κατοπινές σχέσεις.


Από το βιβλίο «ΑΤΤΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΤΑΛΕΙΩΤΕΣ» Τόμος Β΄, Σελ. 51