Πνευματική Κληρονομιά Ετήσιες Εορταστικές Εκδηλώσεις - Έθιμα

Ετήσιες Εορταστικές Εκδηλώσεις - Έθιμα

Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίo οι Ατταλειώτες ζούσαν, κάθε χρόνο, τις διάφορες Γιορτές της Χριστιανοσύνης. Αλλά και στίς άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, οι ορθόδοξοι πιστοί τηρούσαν τα έθιμα και τις χριστιανικές αυτές παραδόσεις. Κάντε κλίκ στους τίτλους των κάτωθι ενοτήτων για να διαβάσετε περισσότερες πληροφορίες.

Κάντε κλίκ στους τίτλους των κάτωθι ενοτήτων
για να διαβάσετε περισσότερες πληροφορίες.

Οι Ατταλειώτες, δεν δούλευαν τις Κυριακές και τις γιορτές. Οι γυναίκες μάλιστα σταματούσαν να εργάζονται, να πλέκουν ή να ράβουν, από το απόγευμα του Σαββάτου ή την παραμονή της γιορτής.
Κάθε Πρωτομηνιά γινόταν ο Αγιασμός του Χριστιανικού σπιτιού από τον παπά της ενορίας. Γύριζε αυτός τα σπίτια των ενοριτών του, συνοδευόμενος από ένα παιδί που βαστούσε το «Μπακρέτσι» (κουβά), με το αγίασμα. Ο παπάς, βουτούσε στο αγίασμα το μάτσο με τον βασιλικό και ράντιζε κι άγιαζε όλο το σπίτι.
Κάθε χριστιανική οικογένεια δεν παρέλειπε να λειτουργηθεί την Πρωτοχρονιά. Πήγαιναν όλοι μαζί και εκκλησιάζονταν. ΄Εκριναν απαραίτητο τη μέρα εκείνη να φορούν καινούργια ρούχα για να έχουν όλο το χρόνο παρόμοια. Τη μέρα εκείνη, το τραπέζι στρωνόταν το πρωί και με το πρωινό που έτρωγαν, έκοβαν την Βασιλόπιττα ή το Τσουρέκι. Το πρώτο κομμάτι, όπως συνηθίζεται και στην Αθήνα, ήταν για την Παναγιά, το δεύτερο για το σπίτι, το τρίτο για τον φτωχό (τον ζητιάνο) και τα άλλα για τα μέλη της οικογένειας. Άρχιζαν πάντα από τον μεγαλύτερο και τέλειωναν με τον μικρότερο.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μαζεύονταν το βράδυ οι διάφορες οικογένειες σε κάποιο συγγενικό τους σπίτι και διασκέδαζαν για τον καινούργιο χρόνο.
Τα Φώτα γιορτάζονταν στις 6 του Γενάρη. Την παραμονή των Φώτων, γινόταν μεγάλη νηστεία καθώς και ο Αγιασμός. Όλοι οι χριστιανοί Ατταλειώτες, θεωρούσαν απαραίτητο με τον αγιασμό της μέρας εκείνης ν’αγιάσουν τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους ή τα εργαστήριά τους. Από κείνο τον Αγιασμό κρατούσαν μια μικρή ποσότητα στο σπίτι, στο εικονοστάσι, για ώρα ανάγκης, αρρώστεια, δυστύχημα, μάτιασμα κ.ά. Την ίδια μέρα γύριζαν οι παπάδες και άγιαζαν τα σπίτια. Είχαν στο χέρι τους Σταυρό και μάτσο βασιλικό και ράντιζαν τα σπίτια με τον αγιασμό που τον είχε ένα παιδί που τον ακολουθούσε σ’ένα «μπακρέτσι» μπακιρένιο δοχείο, όπου οι πιστοί έρριχναν κέρματα για το παιδί. Οι παπάδες μπαίνοντας στα σπίτια άρχιζαν το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε» κ.τ.λ. και ράντιζαν τα δωμάτια. Η οικογένεια εδέχετο το ραντισμό του βασιλικού, φιλούσε το Σταυρό και το χέρι του παπά. Η οικοδέσποινα με το φίλημα του χεριού του παπά άφηνε στο χέρι αυτού ένα νόμισμα.

Την παραμονή των Φώτων, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις στους δρόμους από τη μυρωδιά του καμμένου λαδιού. Σ’όλα τα σπίτια έψηναν λουκουμάδες, τα «Σαράϊγ Λοκμασή». Τή μέρα των Θεοφανείων αγιάζονταν όλα τα νερά.

Οι εκκλησιαζόμενοι έπιναν τον αγιασμό πριν να φάνε το αντίδωρο. Στη συνέχεια, μετέφεραν αγιασμό στο σπίτι εράντιζαν και άγιαζαν αυτό κι αφού έβραζαν νερό, τον έρριχναν μέσα σε λεκάνες ή μπανιέρες, αν είχαν και βαπτιζόντουσαν όλοι. Ο Μεγάλος αυτός Αγιασμός ονομαζόταν «Δρόσος». Έπρεπε μάλιστα να καταναλωθεί την ίδια εκείνη μέρα πριν τη δύση του ηλίου. Αν τύχαινε και ξεχνούσαν κάποια ποσότητα απ’αυτόν, έπρεπε να πάνε την άλλη μέρα και να την παραδώσουν στην εκκλησία.

Μετά την απόλυση της εκκλησίας, μαζί με τον Αγιασμό η οικογένεια έφερνε και τό «Φως» που το έπαιρναν από τις λαμπάδες που βρίσκονταν στην εξέδρα του Αγιασμού. Μ’αυτό το φώς άναβαν το καντήλι μπροστά στις εικόνες και το κρατούσαν «ακοίμητο» αναμμένο επί 40 μέρες.
Μεγάλη θρησκευτική γιορτή και αργία. ΄Ολα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Τα σχολεία γιόρταζαν τη μέρα αυτή, με ομιλίες και επιδείξεις. Στα νεώτερα χρόνια, οι γιορτές στα σχολεία μετατέθηκαν για την Κυριακή του Θωμά.
Τη μέρα αυτή, όλος ο κόσμος ξεχυνόταν στις εξοχές και στα ακρογιάλια κουβαλώντας μαζί και τα νηστήσιμα φαγητά του. Και τότε έτρωγαν και διασκέδαζαν.

Στην Ελλάδα, αυτή την «έξοδο»συνηθίζουν να την λένε «τα Κούλουμα». Στην Αττάλεια την Καθαρή Δευτέρα την έλεγαν «Γιαλή Ντερνεγή», που σημαίνει «Δευτέρα του Γιαλού». Εκτός από τ’ακρογιάλια και τις άλλες εξοχές, μαζεύονταν και στην τοποθεσία «Φανάρι» που ήταν ο Φάρος και πιο πέρα το Γιαλή ή οκτώ. Στο μέρος εκείνο, ένας παραπόταμος του Ντουντέν, του ποταμού Καταρράχτη, σχημάτιζε το σχήμα του 8 στις νησίδες του οποίου ήσαν δυο αιωνόβια δένδρα. Δίπλα σε κείνα τα πλατάνια και κοντά στο Εβραϊκό νεκροταφείο, βρισκόταν ένα κατάσπαρτο λιβάδι. Τη μέρα λοιπόν εκείνη, ή και άλλες φορές, γινόντουσαν διάφορα «Ματς» (όπως θα τα λέγαμε σήμερα) πάλη δηλαδή Πεχλιβάνηδων (παλαιστών) και πάλη ανάμεσα σε καμήλες. Το θέαμα και στις δυο περιπτώσεις ήταν πολύ εντυπωσιακό.

Τήν Τρίτη, μετά την Καθαρή Δευτέρα, από νωρίς το πρωΐ, γύριζαν στα Χριστιανικά σπίτια οι τσιγγάνες, φορτωμένες με αγριόσκουπες που τις διαλαλούσαν για να τις πουλήσουν. «Αλαάν-Σϋπϋργκεση», φώναζαν. Ωστόσο κύριος σκοπός τους ήταν να ζητούν και να μαζεύουν οτιδήποτε αρτινά φαγητά και γλυκά είχαν περισέψει στο κάθε σπίτι, από τις Απόκριες. Τα έπαιρναν και τα έρριχναν ανάκατα μέσα στα πέτσινα σακκούλια που κουβαλούσαν.
Τη μέρα αυτή, τόσο τα μικρά κορίτσια όσο και τ’αγόρια, «έδεναν» τον Μάρτη. Δηλαδή, έδεναν στον καρπό του χεριού τους ή στο μεσαίο τους δάχτυλο, μια διπλή κλωστή, άσπρη και κόκκινη, στριμμένη, για να μην τους πιάσει και τους μαυρίσει ο ήλιος του Μάρτη. Έλεγαν μάλιστα : «Μαρτ μπενίμ πιρέ σενίν Ακ – μπενίν Καρά σενίν». Δηλαδή : Ο Μάρτης δικός μου, ο ψύλος του δικός σου η ασπρίλα του δική μου, η μαυρίλα του δική σου». Που να ήξεραν εκείνη την εποχή, πως στα πολύ κατοπινά χρόνια οι νέοι θα πάσχιζαν με κάθε τρόπο να μαυρίσουν και ν’αποχτήσουν μπρούτζινο χρώμα, χρησιμοποιώντας λάδια και κρέμες για το σκοπό τούτο!
Ήταν μεγάλη γιορτή και αργία. Μια και ήταν 40 οι μάρτυρες Άγιοι, όλο και κάποιος δικός μας μπορεί να γιόρταζε κείνη τη μέρα. Τη μέρα εκείνη ειδικά, δεν επιτρεπόταν καμμιά δουλειά, τίποτα δεν έπρεπε να κάνει κανένας. Οι γυναίκες μάλιστα έλεγαν : «Σήμερα, ακόμα και τα πουλιά σταματούν να κουβαλούν ξυλαράκια και τα παρόμοια για να χτίσουν τις φωλιές τους».
Η νηστεία βαστούσε 50 ολάκερες μέρες και οι Ατταλειώτες την τηρούσαν πιστά, χωρίς να τρώνε ούτε λάδι. Μερικές ίσως οικογένειες, μαγείρευαν με σουσαμόλαδο, γιατί έλεγαν πως αυτό επιτρέπεται.
Οι Χαιρετισμοί αποτελούσαν σημαντικό γεγονός τις Παρασκευές της Μ. Σαρακοστής. Τα μαγαζιά έκλειναν από νωρίς κι όλος ο Χριστιανικός κόσμος μαζευόταν στις εκκλησιές, παρακολουθώντας με κατάνυξη την ακολουθία.

 Στο σχόλασμα της εκκλησιάς, συναντούσε κανείς στην έξοδο Τούρκους κηπουρούς που μας πουλούσαν φρέσκα χόρτα μαρούλια, ραπάνια, κάρδαμο, φρέσκα κρεμμυδάκια, για την όρεξη. Πολύ αγαπημένο φαγητό των Ατταλειωτών, και ιδίως εμάς των παιδιών, ήταν κατά την περίοδο των νηστειών, τα ποταμίσια καβούρια. Είχαμε στην Αττάλεια μεγάλη αφθονία απ’αυτά, ήταν νοστιμώτατα ψητά και στο μέγεθος τεράστια. Τα έλεγαν «Μπαμπούρια» και πουλιόντουσαν το βραδάκι πάντα, με το σούρουπο.
Στις 25 του Μάρτη είχαμε διπλή γιορτή. Θρησκευτική αλλά και εθνική. Αυτή τη δεύτερη την γιορτάζαμε στα κρυφά από τους τούρκους. Η μέρα του Ευαγγελισμού, αποτελούσε ορόσημο ανάμεσα στο χειμώνα και στην Άνοιξη.

Συνήθως, τη μέρα εκείνη ο κόσμος άρχιζε να φοράει τα καλοκαιρινά ρούχα του. Ανήμερα του Ευαγγελισμού, έτρωγαν ψάρι, πράγμα που κατά τη διάρκεια της νηστείας δεν επιτρεπόταν. Αποτελούσε πάντως κάποια ανακούφιση για τα στομάχια μας, μια ποικιλία και ξεδίναμε λίγο από τη νηστεία.

Η αγορά φρόντιζε να είναι εφοδιασμένη με άφθονο ψάρι τη μέρα εκείνη κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, πήγαινε να το ψωνίσει, κατά το έθιμο. Αν πάλι τύχαινε να μην βρει φρέσκο ψάρι, για να τηρηθεί το έθιμο, ψώνιζε μπακαλιάρο, παστόψαρο, σκουμπρί, ρέγγα κ.λ.π.

Συνήθιζαν να λένε για τη μέρα του Ευαγγελισμού : «Αν δεν βρεις ψάρι να φας, βρες τουλάχιστον ψαροκκόκαλο να γλύψεις!» Τόσο βαθειά ήταν ριζωμένο το έθιμο εκείνο.
Την Πρωταπριλιά, συνήθιζαν, όπως συμβαίνει εξ άλλου κι αλλού να προσπαθεί ο καθένας να ξεγελάσει τον άλλο με κάποιο μικρό – ανώδυνο ψέμα.
Τη μέρα του Λαζάρου, έφτιαχναν στα σπίτια ζυμωτά ψωμάκια που τους έδιναν τη μορφή ανθρώπου τα πασπάλιζαν με σουσάμι και τα μοίραζαν στους φτωχούς για να τιμήσουν τη μνήμη του «φτωχού – Λαζάρου».

Στο Ελμαλή, κωμόπολη της Αττάλειας, οι λιγοστές χριστιανικές οικογένειες που το κατοικούσαν, τουρκόφωνες μέσα στην τουρκιά, τηρούσαν κι εκείνοι τα ήθη και τα έθιμα τούτα με θρησκευτική ευλάβεια.

Του «Λαζάρου» έφτιαχναν κι αυτοί κουλουράκια ή ψωμάκια επί τούτου για να τα μοιράσουν στους φτωχούς. Μάλιστα τα παιδιά εκεί, συνήθιζαν τη μέρα του Λαζάρου να γυρίζουν στα Χριστιανικά σπίτια 2-3 παιδιά μαζί, να χτυπούν την πόρτα και όταν η νοικοκυρά τους άνοιγε και έμπαιναν στο σπίτι, ένας απ’αυτούς σωριαζόταν στο πάτωμα σαν ξερός. Παράσταινε τον... πεθαμένο Λάζαρο! Τότε, οι σύντροφοί του άρχιζαν να του φωνάζουν : «Λάζαρε, Λάζαρε, δεύρο έξω!»

Ο... Λάζαρος ζωντάνευε και σηκωνόταν και όλη η παρέα εισέπραττε κουλούρια, ψωμάκια και χαρτζηλίκι. Ευχαριστούσαν την κυρά του σπιτιού κι ευχόντουσαν : «Τσοκ Σενελερέ» (Χρόνια Πολλά), και έφευγαν.

Κι όλα αυτά, αυτή η πιστή τήρηση της παράδοσης και της βαθειάς θρησκευτικότητας, που συνέβαιναν; Σε μια κωμόπολη χαμένη μέσα στην Τουρκιά, κατοικημένη από λίγους, πολύ λίγους Χριστιανούς!
Τη μεγάλη εκείνη γιορτή, όλος ο χριστιανικός κόσμος πήγαινε στην εκκλησιά να λειτουργηθεί και να πάρει βάγια που ευλόγησε ο ιερέας, κλαδιά δηλαδή από εληά ή από Μυρτιά και Σταυρούς καμωμένους από τρυφερά φύλλα Χουρμαδιάς (Φοινικιάς), σε ανάμνηση της εισόδου του Χριστού στην Ιερουσαλήμ.

Η κάθε οικογένεια έπαιρνε δυο τουλάχιστον μάτσα Βάγια για να τα έχει για όλο το χρόνο στο σπίτι. Χρησίμευαν για θυμιάτισμα στις εικόνες και σ’όλο το σπίτι, καθώς επίσης και για ξεμάτιασμα.

Τη μέρα των Βαΐων και του Ευαγγελισμού, επιτρεπόταν το ψάρι, μάλιστα συνήθιζαν να λένε και το εξής τετράστιχο σχετικά :

«Βάγια Βάγια των Βαγιώ,
να φας ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή
τρώς το κόκκινο αυγό!»
Τα απαραίτητα ελαιόκλαδα, φρόντιζε και μας τα προμήθευε η Κοινότητα, στέλνοντας συνεργείο να τα κλαδέψει στο μικρό νησάκι το «Ποντικονήσι» (Σιτσάν – αντασή) που βρισκόταν στο μυχό του κόλπου της Αττάλειας, δυτικά στο «Παναγιά-Μπουναρή» (πηγή της Παναγίας). Το νησάκι αυτό, το Ποντικονήσι, το έλεγαν έτσι γιατί είχε το σχήμα ποντικού που κάθεται, κατά τα άλλα, διέθετε άφθονο – πλούσιο κυνήγι, από λαγούς και πέρδικες μέχρι αλεπούδες. Ακόμα, υπάρχει στο μέρος εκείνο, ανεκμετάλλευτο μεταλλείο άμμου για την κατασκευή γυαλιού.
Ήταν πολύ μεγάλη, ασυγχώρητη αμαρτία για τον καθένα Χριστιανό, να μην νηστέψει τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ούτε λάδι δεν έπρεπε να βάλει στο στόμα του. Οι Ατταλειώτες παρακολουθούσαν όλες τις Ιερές Ακολουθίες της εβδομάδας. Από το βράδυ των Βαΐων άρχιζαν κιόλας οι Ακολουθίες του Νυμφίου, τρεις μέρες, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, οι νοικοκυρές πνιγόντουσαν στη δουλειά στα σπιτικά τους. Μπουγάδιαζαν τα ρούχα της οικογένειας, καθάριζαν το σπίτι από πάνω μέχρι κάτω κι ετοιμάζονταν για το Πάσχα.
Η νοικοκυρά ζύμωνε και έφτιαχνε κουλουράκια και παξιμάδια με κανέλα, σουσάμι και μαστίχα, για να φαγωθούν εκείνη τη βδομάδα της τέλειας κι αυστηρής νηστείας χωρίς την ανάγκη για άλλο προσφάγι. Το πολύ πολύ να έτρωγαν ακόμη εληές ή και ταχινο-χαλβά.
Κατά τον Εσπερινό του Νυμφίου παρακολουθούσαν όλοι το Τροπάριο της Κασσιανής. Όλες οι εκκλησίες ήταν γεμάτες.
Από νωρίς το απόγευμα, γινόταν στην εκκλησία το Μεγάλο Ευχέλαιο. Όσοι ήθελαν, έκαναν και στα σπίτια τους ιδιωτικό ευχέλαιο. Με το Αγιασμένο λάδι, εχρίζονταν οι πιστοί στο μέτωπο, στα μάγουλα και στα χέρια, σχηματίζοντας το σημείον του Σταυρού.
Το αγιασμένο λάδι από το Ευχέλαιο, το φύλαγαν στο σπίτι και το χρησιμοποιούσαν σαν βάλσαμο, για θεραπείες όλη τη χρονιά. Έχριζαν μ’αυτό το πονεμένο μέρος του σώματος, σχηματίζοντας Σταυρό.
Τη μέρα αυτή η νοικοκυρά βάφει στο σπίτι της, 12 αυγά κόκκινα.

Το βράδυ στην Ακολουθία των Παθών κατανυκτικά ακούγεται το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ...» και με απέραντη ευλάβεια παρακολουθείται η περιφορά του Εσταυρωμένου. Ο κόσμος προσέρχεται και προσκυνά τον Εσταυρωμένο. ΄Ηταν έθιμο να στολίζεται ο Σταυρός από νεαρές κοπέλες με στεφάνια και πλεξούδες από άνθη νεραντζιάς και πορτοκαλιάς. Οι εκκλησίες μοσχομύριζαν.
Το πρωΐ της Μεγάλης Παρασκευής, γινόταν η ακολουθία της Αποκαθήλωσης. Με πολλή κατάνυξη παρακολουθούσε ο κόσμος την Αποκαθήλωση του Σώματος του Χριστού και την εναπόθεσή του στο ετοιμασμένο Κουβούκλιο του Επιταφίου.
Πριν από την Αποκαθήλωση, ο κόσμος έσπευδε να προσκυνήσει τον Εσταυρωμένο για άλλη μια φορά. Μετά την τοποθέτηση του χρυσοποίκιλτου Επιταφίου στο κουβούκλιο, προσκυνούν τον Επιτάφιο. Η Ακολουθία τη μέρα αυτή κρατάει πολύ. Μέχρι τις 12 το μεσημέρι.
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι αργία και νηστεύουν όλοι χωρίς λάδι. Πολλοί συνηθίζουν και τρώνε φακές μαγειρευμένες χωρίς λάδι, με μπόλικο ξύδι μονάχα, για να θυμούνται πως και τον «Κύριο» τον πότισαν ξύδι πάνω στο Σταυρό.
Με τα πιο όμορφα λουλούδια στολίζεται την ημέρα εκείνη από τις κοπέλες ο Επιτάφιος. Η κάθε μια ενορία, προσπαθεί να ξεπεράσει την άλλη στην ωραιότητα του στολισμού. Ολημερίς, γυναίκες και παιδιά, γυρίζουν στις εκκλησιές, προσκυνούν τον Επιτάφιο και περνούν κάτω από το Κουβούκλιό του, επικαλούμενοι τη βοήθεια του Θεανθρώπου για υγεία και θεραπεία των αρρώστων τους.
Οι Χριστιανοί έδιναν μεγάλη θεραπευτική αξία στα λουλούδια του Επιταφίου. Έπαιρναν απ’αυτά και τα φύλαγαν ολοχρονίς για να θυμιατίζουν τις εικόνες τους, ἀλλά και για φάρμακο και θεραπεία των αρρώστων. Όσο για τα κεριά του Επιταφίου, φυλάγονται κι αυτά στο Εικονοστάσι.
Μεγάλο, μέγιστο γεγονός, η βραδυνή ακολουθία του Επιταφίου: Μαθητές και μαθήτριες ψέλνουν εκ περιτροπής τον Επιτάφιο Θρήνο μαζί με τους ψαλτάδες και τους παπάδες. Τη στιγμή που ακούγονται τα λόγια «Έρραναν τον τάφον...» ο παππάς ραντίζει με ανθόνερο τον Επιτάφιο κι όλο το εκκλησίασμα. Στη συνέχεια το βράδυ η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους, συνοδευομένου από παπάδες, ψάλτες, παιδιά και όλο το εκκλησίασμα. Όλοι, έψελναν τον Επιτάφιο θρήνο. Η πομπή εκείνη ήταν μεγαλειώδης. Μπροστά-μπροστά προχωρούσαν, τα φανάρια, τα εξαπτέρυγα, τα εκκλησιαστικά λάβαρα, ο Σταυρός άδειος και μελαγχολικός.... Ακολουθούσαν οι ψάλτες και το Κουβούκλιο κατάφωτο με τον Επιτάφιο. Αν υπήρχε Δεσπότης, ακολουθούσε μετά το Κουβούκλιο, αλλοιώς ακολουθούσαν οι παπάδες με Ευαγγέλια και εικόνες στα χέρια τους κι από πίσω τους ερχόταν ο κόσμος.
Όλα τα σπίτια στους δρόμους που θα περνούσε ο Επιτάφιος ήσαν κατάφωτα από τα κεριά. Σκαρφαλωμένοι στις στέγες οι χριστιανοί, στα παράθυρα, στα μπαλκόνια, βαστώντας όλοι αναμμένα κεριά και θυμιατά... Στιγμές αξέχαστων θρησκευτικών εξάρσεων...
Κατά την πορεία του ο Επιτάφιος σταματούσε σε πλατείες και σε σταυροδρόμια και ανεπέμποντο δεήσεις από τον Κλήρο.
Τη μέρα αυτή γινόταν πρωϊνή λειτουργία. Κατά τη διάρκειά της ο παπάς σκόρπιζε δαφνόφυλλα σ’όλη την εκκλησιά και έψελνε το : «Ανάστα ο Θεός».
Οι καμπάνες τη στιγμή εκείνη χτυπούσαν χαρμόσυνα κι αυτό ήταν το προμήνυμα της Ανάστασης... Στα σπίτια, οι νοικοκυρές σκοτώνονται. Ζυμώνουν, πλάθουν και ψήνουν τσουρέκια και κουλούρια της Λαμπρής, σφάζεται ο κόκορας για την Πασχαλινή σούπα, βάφονται τα κόκκινα αυγά κι όλο το σπίτι βρίσκεται σε... αναβρασμό.
Το Μεγάλο Σάββατο οι μάνες τραβούσαν τα... βάσανά τους από τα παιδιά, που βλέποντας και... μυρίζοντας τσουρέκια, κουλούρια κι ένα σωρό άλλες λιχουδιές, ήθελαν σώνει και καλά να φάνε! Τα έκρυβαν λοιπόν όπου μπορούσαν οι καλές εκείνες νοικοκυρές και έλεγαν στα παιδιά τους, πως τα πήραν οι... Καμηλιέρηδες και θα τα φέρουν πίσω τα μεσάνυχτα. Έτσι τα παιδιά ησύχαζαν και το έπαιρναν απόφαση, να περιμένουν μέχρι τα μεσάνυχτα.
Τα μεσάνυχτα, χτυπούσαν οι καμπάνες της Ανάστασης κι όλος ο Χριστιανικός κόσμος έσπευδε στις εκκλησιές. Τώρα, μετά το πένθος, η εκκλησιά ήταν χαρούμενα και γιορταστικά στολισμένη με τα εκκλησιαστικά λάβαρα και με κορδέλες άσπρες και κόκκινες. Σε μερικά σημεία, έβλεπες και άσπρο με μπλε χρώμα, όπως στην πολυθρόνα που προοριζόταν για τον Έλληνα Πρόξενο. Ο φωτισμός της εκκλησίας στην αρχή είναι αδύνατος, ενώ οι ψαλμωδίες συνεχίζουν ν’ακούγωνται. Σε κάποια ορισμένη στιγμή, σβήναν όλα τα φώτα και παρουσιαζόταν στην Ωραία Πύλη ο παπάς, στα σκοτεινά, με αναμμένη λαμπάδα ψέλνοντας το : «Δεύτε λάβετε φώς». Εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στην Ωραία Πύλη, άναβαν τις άσπρες λαμπάδες τους από τη λαμπάδα του ιερέα και στη συνέχεια μετέδιδαν το φως στους άλλους, μέχρι που ολόκληρη η εκκλησία φωτιζόταν και γέμιζε από το Άγιο Φως.
Ο κόσμος με τις αναμμένες λαμπάδες του αρχίζει να βγαίνει έξω και να παίρνει θέση, περιμένοντας παπάδες και ψάλτες, για την ακολουθία της Ανάστασης. Οι ιερείς βγαίνουν κι αυτοί με τη σειρά τους και παίρνουν τη θέση τους πάνω στην ειδική εξέδρα. Διαβαζόταν το Ευαγγέλιο κι ακολουθούσε το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ...». Την ώρα εκείνη χαλούσε ο κόσμος! Χτυπούσαν οι καμπάνες, έπεφταν κροτίδες, οι λαμπάδες ανεβοκατέβαιναν, άναβαν και έκαιγαν βεγγαλικά (Τσιγγηλή Μαϊτάπ), συγγενείς και φίλοι καθώς και οικογένειες, φιλιούνταν και αλληλοεύχονταν, επαναλαμβάνοντας «Χριστός Ανέστη» «Αληθώς Ανέστη» «Χρόνια πολλά»! Οι... βιαστικοί και πολύ λαίμαργοι, έβγαζαν κουλούρια που τα είχαν κρύψει από πριν στις τσέπες τους κι άλλοι αυγά για να τα τσουγκρίσουν εκεί, επί τόπου. «Χ ρ ι σ τ ό ς Α ν έ σ τ η!».
Μετά την Ανάσταση, τη θεία Λειτουργία έπαιρναν δρόμο βιαστικοί για τα σπίτια τους, βαστώντας τις αναμμένες λαμπάδες τους. Μόλις έφθαναν, πριν δρασκελίσουν το κατώφλι, έκαναν ένα Σταυρό στον παραστάτη της πόρτας με τον καπνό του αναμμένου κεριού τους. Το τραπέζι τους περιμένει έτοιμο, στρωμένο και τα φαγητά ήταν κι αυτά από πριν ετοιμασμένα. Έπιναν την αχνιστή κοτόσουπα με ρύζι και αυγολέμονο, έτρωγαν την κόττα βραστή, κόκκινα αυγά, τυριά, κουλούρια, τσουρέκια. Για το καλό της μέρας, έστηναν τις Αναστάσιμες λαμπάδες αναμμένες πάνω στο γιορταστικό τραπέζι.

Την Κυριακή του Πάσχα, οι αρραβωνιασμένοι αντάλλασαν μεταξύ τους σπιτικά τσουρέκια, κουλούρια και κόκκινα αυγά. Τσουρέκια, κουλούρια και κόκκινα αυγά έστελναν ακόμη και στους Τούρκους, φίλους και γείτονες, οι Χριστιανοί. Τις μέρες αυτές, στηνόντουσαν από τους τούρκους κούνιες, στις πλατείες και στα κεντρικά σημεία της πόλης για να διασκεδάσουν τα Χριστιανόπαιδα.
Γινόταν ο γύρος της πόλης, αμαξάδα με τα Παϊτόνια και τα παιδιά πλήρωναν σε «είδος», με κουλούρια δηλαδή και με κόκκινα αυγά, που τα μάζευαν από τις διάφορες επισκέψεις που έκαναν στους συγγενείς. Άλλοι τούρκοι πάλι γύριζαν στα χριστιανικά σπίτια με νταούλια (τύμπανα) και ζουρνάδες (Πίπιζες) κι ευχόντουσαν «Τσόκ Σενελερέ» (χρόνια πολλά) και μάζευαν επίσης κουλούρια και αυγά κόκκινα. Όλη τη μέρα, αντί για «Καλημέρα», οι άνθρωποι έλεγαν ο ένας στον άλλον : «Χριστός Ανέστη!» «Αληθώς Ανέστη!»
Το απόγευμα από νωρίς της Κυριακής του Πάσχα, γινόταν η Δεύτερη Ανάσταση. Ο κόσμος μαζευόταν στη Μητρόπολη, κρατώντας τις λαμπάδες που είχαν περισέψει από την Ανάσταση. Μόνο στη Μητρόπολη μπορούσαν να πάνε. Όλες οι άλλες εκκλησίες δεν λειτουργούσαν. Όλος ο κλήρος της πόλης λοιπόν συγκεντρωμένος, βρισκόταν εκεί. Διάβαζαν το Ευαγγέλιο της Ανάστασης σε 8 γλώσσες ξένες. Αν δεν επαρκούσαν γι’αυτή τη δουλειά οι παπάδες, έπαιρναν τη θέση τους διάφοροι μορφωμένοι πολίτες. «Το φιλί της αγάπης» ξαναδινόταν με την απόλυση της εκκλησίας, ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους.
Η μέρα τούτη γιορταζόταν πανηγυρικά. Λειτουργούσε Μονοκκλησιά ο Αι-Γιώργης. Τη μέρα αυτή, την γιόρταζαν και οι Τούρκοι και την ονόμαζαν Χηντήρ-Ελλές. Ξεχύνονταν στις εξοχές κουβαλώντας μαζί τους τα πεϊνιρλή, διάφορες άλλες πίττες και φαγώσιμα, καθώς και σερμπέτια μια και το ρακί ή το κρασί τους απαγορευόταν.
Κι έτσι όμως, αυτοί διασκέδαζαν καλά.
Αυτή ήταν μέρα εξοχής και εκδρομής. Πριν ακόμα βγει καλά-καλά ο ήλιος, ξεκινούσε ο κόσμος για τις εξοχές. Κυρίως πήγαιναν στα εξοχικά κέντρα που βρίσκονταν στο Φανάρι και έπαιρναν εκεί το πρωϊνό τους τρώγοντας Μαγιάτικα κουλούρια και πεϊνιρλή. Ο φτωχότερος κόσμος που δεν ήθελε να καθήσει στα διάφορα κέντρα της περιοχής, κατέφευγε στα βράχια προς την παραλία στο Πιπέρογλου-Καϊβεσή (το καφενείο του Πιπέρογλου) έτσι ονομάτιζαν εκείνα τα βραχάκια κι εκεί κολάτσιζαν με ότι είχαν φέρει μαζί τους.
Επειδή στην Αττάλεια και τον Μάη μήνα κάνει ζέστη, φρόντιζαν να μαζέψουν έγκαιρα τα αγριο-λούλουδα που χρειάζονταν για να φτιάξουν το Μαγιάτικο στεφάνι τους και γύριζαν νωρίς στα σπίτια τους. Το Μαγιάτικο στεφάνι με αγριολούλουδα ή και με ήμερα λουλούδια, όπως τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα κ.ά., το άφηναν κρεμασμένο στην εξώπορτα του σπιτιού ή στο παράθυρο, μέχρι τη γιορτή του Άη-Γιάννη. Το βράδυ της γιορτής του Άη-Γιάννη, άναβαν φωτιές και έκαιγαν ότι παληό και άχρηστο πράγμα υπήρχε στο σπίτι. Εκεί, έριχναν και έκαιγαν και τα Μαγιάτικα στεφάνια. Στη συνέχεια πηδούσαν πάνω από τις φωτιές.
40 μέρες μετά το Πάσχα, τη μέρα της Αναλήψεως πάλι ο κόσμος σκορπούσε στις εξοχές και στις παραλίες και διασκέδαζε με φαγοπότι και τραγούδια.

Τη μέρα της Αναλήψεως, άρχιζαν και τα πρώτα θαλασσινά μπάνια.
Η Πεντηκοστή πέφτει, όπως το λέει και τ’όνομά της, 50 μέρες μετά το Πάσχα. Οι δυο γιορτές, Κυριακή και Δευτέρα, τιμώντουσαν ιδιαίτερα. Ο κόσμος πήγαινε στις εκκλησιές και άκουγε με κατάνυξη τις ευχές. Ας μην καταλάβαινε τα λόγια, μια και οι περισσότεροι ήταν τουρκόφωνοι, πίστευαν ωστόσο και περίμεναν να επιφοιτήσει επάνω τους το Άγιο Πνεύμα.
1η Αυγούστου
Την παραμονή το βράδυ, άναβαν φωτιές και πηδούσαν από πάνω τους όλη η νεολαία. Μάζευαν από το σπίτι κι από την γειτονιά οτιδήποτε άχρηστο υπήρχε (κοφίνια, κάνιστρα, ψάθες, παληο-σανίδια κ.λ.π.) και μ’αυτά τροφοδοτούσαν τις φωτιές τους.
Με τούτο τον τρόπο, άδειαζαν και τα σπίτια από τα διάφορα άχρηστα παληο-πράγματα.
Σε κάθε γειτονιά υπήρχε κι άλλη φωτιά. Μαζεύονταν παρέες-παρέες οι νέοι και τριγυρνούσαν χαζεύοντας και τις ξένες φωτιές πηδώντας πάνω κι απ’αυτές. Συναγωνίζονταν ποιός θα είχε τις μεγαλύτερες φωτιές και ποιός θα τις τροφοδοτούσε για περισσότερη ώρα.
Πίστευαν πως με κείνες φωτιές σκότωναν τα μικρόβια, τους ψύλλους τους κορηούς και τα κουνούπια.

6 Αυγούστου, ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
Τη γιορτή της Μεταμόρφωσης, εκτός από την Λειτουργία που γινόταν στις ενοριακές εκκλησιές, την γιορτάζαμε και στο «Χας Παχτσέ» (Ιερό κήπο), με αγιασμό και αρτοκλασία. Πολύς κόσμος μαζευόταν στον ιερό εκείνο τόπο τη μέρα εκείνη. Βρισκόταν σ’ένα παραθαλάσσιο τμήμα του τείχους της Αττάλειας. Σε κάποιο σημείο του υπήρχε υπόγεια πηγή νερού, το «Αγίασμα». Μια μισοκατεστραμμένη πέτρινη σκάλα οδηγούσε στην πηγή. Οι πιστοί, κατέβαιναν με κεριά και αγιάζονταν από κείνο το νερό και από την λάσπη του.
Τόσο εκείνο το νερό, όσο και η λάσπη του, θεωρούνταν θεραπευτικά για την ελονοσία. Πάνω ακριβώς από την πηγή, υπήρχε μια μεγάλη συκιά, κατάφορτη από ρούχα, κομμάτια από εσώρουχα, πουκάμισα ολόκληρα, νυχτικές κ.λ.π. που αντιπροσώπευαν «τάματα» εκείνων που θεραπεύτηκαν, τούρκων και χριστιανών.

Το Δεκαπενταύγουστο, Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ : (Αύγουστος Μπαϊραμή)

Μεγάλη γιορτή. Δεκαπέντε μέρες πιο πριν άρχιζε η νηστεία. Αυστηρή νηστεία χωρίς λάδι. Πολλοί πιστοί, αν μπορούσαν, εύρισκαν ευκαιρία και ταξίδευαν μέχρι την Τήνο για να προσκυνήσουν την θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ ΚΑΙ ΤΩΝ 2.593 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΚΙΛΙΚΙΑΣΓιόρταζε η παραλιακή εκκλησία του προάστιου Λάαρα, «Άγιος Ανδρέας». Την εκκλησία εκείνη την έκτισε με δικά της έξοδα η Χατζη-Δέσποινα Μαλιμάτογλου.
Πολλοί πιστοί την επισκεπτόντουσαν και τους φιλοξενούσαν στον ξενώνα της εκκλησίας. Με την ευκαιρία, έκαναν θαλάσσια μπάνια και αμμόλουτρα, μια και προσφερόταν γι’αυτά τό μέρος. Θαυματουργή ήταν εκείνη η εικόνα του Αγίου Ανδρέα. Μια στείρα τουρκάλα, προσευχήθηκε κι απόχτησε παιδί. Οι γονείς του στη συνέχεια, το ονόμασαν «Άντριος-Μεμέτ».

29 του Αυγούστου, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ «ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΤΟΥ» Η ΤΟΥ ΝΗΣΤΕΥΤΟΥ
Τη μέρα αυτή, όλοι νήστευαν. Ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε λάδι έτρωγαν. Πίστευαν πως ο Άγιος θεράπευε την ελονοσία και για να τον τιμήσουν και να τον ευχαριστήσουν, νήστευαν. Εκείνα τα χρόνια, η ελονοσία θέριζε κυριολεκτικά την Αττάλεια. Καλοκαίρι, εποχή του καρπουζιού και ο Ατταλειώτης δεν το «αποκεφάλιζε» το καρπούζι, ἀλλά το έκοβε σε φέτες για να τιμήσει τον Άγιο.
8 του Σεπτέμβρη, Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ : (Μπουνάρ Παναγιασή)
Δυτικά της Αττάλειας, σε απόσταση 10 χλμ. Μεταξύ των ερειπίων της αρχαίας Όλβιας και της Αττάλειας βρίσκεται η εξοχική εκκλησιά της Γέννησης της Θεοτόκου. Είναι το «Μπουνάρ-Παναγιασή» απ’όπου και αναβλύζει θαυματουργό αγίασμα.

Τη μέρα της γιορτής, προσκαλούσαν ειδικά έναν ιερέα και γινόταν λειτουργία. Στα παληά χρόνια έστηναν και πρόχειρα καλύβια για να διανυκτερεύσουν οι προσκυνητές, τα λεγόμενα «Ομπά». Στο θαυματουργό εκείνο αγίασμα πίστευαν ακόμα και οι Τούρκοι κι ερχόντουσαν εκεί για να γιατρευτούν, κυρίως από ψώρα ή ελονοσία. Η εκκλησία βρισκόταν μέσα στο μεγάλο κτήμα των αδελφών Παπάζογλου, το «Ουντζουλή» και είχε κτιστεί το 1895 από τον pατριάρχη της οικογένειας τον Μισο (Μτ) Χατζη-Γιάνναγα Παπάζογλου.
Η μέρα εκείνη συνέπιπτε με την αναχώρηση όσων νέων σπούδαζαν στο εξωτερικό και βρισκόντουσαν για διακοπές στην ιδιαίτερή τους πατρίδα.

Μέσα στο μήνα αυτό άνοιγαν οι σχολές τους κι έπρεπε έγκαιρα να βρεθούν στα γυμνάσιά τους ή στις ανώτερες σχολές που φοιτούσαν.

14 του Σεπτέμβρη, ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Από την 1η του Σεπτέμβρη, είχαν ανοίξει πια τα σχολεία. Τη μέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού ήταν μέρα αργίας και νηστείας. Η νοικοκυρά φρόντιζε ωστόσο να ποικίλλει το τραπέζι της οικογένειας με κάπως ορεκτικό τρόπο, έστω και αν ήταν νηστήσιμο.
Έφτιαχνε τα φασόλια – Μπιγιάζ, (άσπρα φασόλια χωρίς σάλτσα) με κρεμμύδι, μαϊντανό, λάδι και ξύδι. Πιλάφι – σιρντάνις με ξεροτηγάνηση το κρεμμύδι (το σιρντάνις είναι παραφθορά του ξεροτηγάνηση των Δωδεκανησίων) και για επιδόρπιο, το Πελουζά, ένα είδος ζελέ με νισεστέ, (Κόρν-φλάουερ).
26 του Οχτώβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Άλλοτε στην Αττάλεια υπήρχε μεγάλη εκκλησιά, ναός, του Αγίου Δημητρίου. Η εκκλησία εκείνη κάηκε στη μεγάλη πυρκαγιά του 1895, μαζί με ολόκληρη τη συνοικία που είχε 500 σπίτια κι ακόμα άλλες δυο εκκλησίες.
Η μέρα του Αγίου Δημητρίου θεωρείτο μεγάλη γιορτή και αργία. Τα μαγαζιά και τα γραφεία της Κοινότητας ήταν κλειστά.
11 του Νοέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ
Ο Άγιος Μηνάς θεωρείτο θαυματουργός από τους Ατταλειώτες. Οι γυναίκες κυρίως πίστευαν πως τις βοηθάει να βρουν οτιδήποτε έχασαν. Υποκαθιστούσε τον Άγιο Φανούριο που τιμάται στην Ελλάδα.
Τα κορίτσια τον παρακαλούσαν και του έταζαν λαμπάδα, για να τους βρει γαμπρό να παντρευτούν!

14 του Νοέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Από την επομένη του Αγίου Φιλίππου άρχιζε η νηστεία των 40 ημερών πριν από τα Χριστούγεννα. Την τελευταία βδομάδα πριν από τη νηστεία, ο κόσμος καλότρωγε με την ψυχή του. Στα σπίτια ψήνονταν πίττες, μπουρέκια, μπακλαβάδες, κανταΐφια, σβίγγοι κλ.π.

21 του Νοέμβρη, ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Μεγάλη γιορτή κι αυτή. Γιόρταζαν πολλές Μαρίες. Μονοκκλήσι, λειτουργούσε η μεγάλη Εκκλησιά της Παναγιάς.

25 του Νοέμβρη, ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
προστάτιδας των αρραβωνιασμένων.

26 του Νοέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Οι Ατταλειώτες πίστευαν στα θαύματα του Αγίου Στυλιανού. Ήταν προστάτης των μωρών. Όσες γυναίκες ήταν στείρες και άτεκνες, προσεύχονταν σ’αυτόν και γύρευαν τη βοήθειά του. Πολλές φορές ο Άγιος θαυματουργούσε κι αποχτούσαν παιδί.

Την ίδια μέρα ήταν και η γιορτή ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΥΠΙΟΥ

Η λειτουργία γινόταν μονοκκλήσι στην εκκλησιά του Αγίου Αλυπίου της πόλης.
4 του Δεκέμβρη, ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ
Την τιμούσαν πολύ σαν προστάτιδα κατά της ευλογιάς.

6 του Δεκέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε Επίσκοπος Μύρων. Επίσκοπος δικός μας και Ποιμενάρχης μας γιατί τα Μύρα βρίσκονται στον νομό της Αττάλειας. Πέφτουν κάπως δυτικώτερα, στη Λυκία. Προστάτης και θαυματουργός ο Άγιος αυτός, βοηθούσε φτωχούς και ναυτικούς. Η παράδοση μιλάει για πολλά θαύματά του.
Στα Μύρα (Ντέκρε) εξακολουθεί να υπάρχει και τώρα, η πρωτοβυζαντινή εκκλησιά του Αγίου. Οι Τούρκοι, για λόγους τουριστικούς, συντηρούν τον ναό και διατηρούν τον τάφο του Αγίου του Νοέλ-Μπαμπά όπως τον λένε. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, δίνουν την άδεια να γίνεται κατ’έτος λειτουργία στα Μύρα, τη μέρα της γιορτής του Αγίου Νικολάου, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες για τουριστική κίνηση στον τόπο τους.

Του Αγίου Νικολάου γιόρταζε η προς τιμήν του εκκλησία μας ο «Άγιος Νικόλαος». Την παραμονή της γιορτής εψάλλετο ο Εσπερινός και ανήμερα γινόταν Αρχιερατική Λειτουργία. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ετιμάτο ιδιαιτέρως από τους Ατταλειώτες διότι εστέγαζε την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας (της Τζίκο-Παναγιάς), αντίγραφο της εικόνας της Μονής Κύκκου (της ιστορηθείσης υπό του Ευαγγελιστού Λουκά).
Οι Ατταλειώτες θεωρούσαν απαραίτητο κάθε Δευτέρα πρωί να περάσουν απ’την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και ν’ανάψουν το κερί τους και να προσκυνήσουν την εικόνα της Τζίκο-Παναγιάς για να πάει καλά η εβδομάδα τους. Με τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 του Δεκέμβρη, φθάνουμε στη μέση της νηστείας!

12 του Δεκέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
Θαυματουργός Άγιος, στα θαύματα του οποίου πίστευαν πολύ οι Ατταλειώτες.

15 του Δεκέμβρη, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Ο Άγιος αυτός, θεωρούνταν πως βοηθούσε τις έγκυες γυναίκες να καλογεννήσουν και να λεφτερωθούν. Τον θεωρούσαν λοιπόν προστάτη τους οι γυναίκες που βρίσκονταν σ’αυτή την κατάσταση και τον επικαλούντο την ώρα που γεννούσαν.

24 του Δεκέμβρη, ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Η μέρα αυτή «χρωματιζόταν» κυρίως από τα χαρμόσυνα «Κάλαντα» των παιδιών που γύριζαν στα σπίτια και έψελναν.

«Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός μας, Χριστού την Θεία Γέννηση να πω στ’αρχοντικό σας». Τα παιδιά «τα μάζευαν» γερά και χαρτζιλικώνονταν γενναία, τη μέρα εκείνη.
Οι νοικοκυρές πάλι, ετοίμαζαν τα τσουρέκια τους, τα κουλούρια, έσφαζαν την κότα για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι κλ.π.

25 του Δεκέμβρη, ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Πολύ μεγάλη γιορτή για τους Χριστιανούς Ατταλειώτες. Οι καμπάνες άρχιζαν να χτυπούν από τα χαράματα, πριν ακόμα φέξει. Οι εκκλησίες γέμιζαν από τους πιστούς. Όλος ο κόσμος γιόρταζε, φορούσε τα γιορτινά του ρούχα κι έκανε επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους. Στο σπίτι υπήρχε υπεραφθονία από αγαθά. Τσουρέκια, κουλούρια, κόττα, φαγητά διάφορα ποικιλία, γλυκά μπόλικα, κανταΐφια, μπακλαβάδες, ρυζόγαλα και άλλα ακόμη πολλά.

31 του Δεκέμβρη, ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Ευκαιρία πάλι για γερό χαρτζιλίκωμα των παιδιών. Έφτιαχναν χάρτινες χρωματιστές βάρκες ή και εκκλησίες και τριγυρνούσαν στα σπίτια σε ομάδες, «συνεταιρικά». Έλεγαν τα κάλαντα κι αυτή τη φορά, τα κέρδη τους ήταν πολύ περισσότερα από κείνα των Χριστουγέννων. Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, άρχιζαν :

«Αρχημηνιά και αρχηχρονία, και αρχή καλός μας χρόνος.
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...
Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε «Βασίλη πόθεν έρχεσαι;
Από την Καισαρεία... κ.λ.π.»

Στο Ελμαλή, κωμόπολη του νομού της Αττάλειας στη Λυκία, μ’όλο που υπήρχαν λιγοστές χριστιανικές οικογένειες, κι αυτές τουρκόφωνες, δεν έλειπε η εκκλησία «Η Γέννηση της Παναγίας». Εκεί, λειτουργούσε ο μοναδικός παπάς, όπως τον θυμάμαι ο Παπαστέφανος. Τηρούσαν και οι χριστιανοί του Ελμαλί όλη τη χριστιανική λατρεία κατά πως έπρεπε και γιόρταζαν κι εκείνοι τις μεγάλες γιορτές με αργίες. Μαζί με τις άλλες όλες, γιόρταζαν κι εκείνοι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Στο Ελμαλί τα παιδιά δεν έφτιαχναν χάρτινα καραβάκια κι εκκλησάκια για να μαζέψουν λεφτά λέγοντας τα κάλαντα.

Η κωμόπολη Ελμαλή είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στην κατωφέρεια βουνού. Τα παιδιά λοιπόν σκαρφάλωναν εύκολα από το πίσω μέρος των σπιτιών πάνω στη στέγη τους. Εκεί, από την καμινάδα, κατέβαζαν το σακκούλι τους δεμένο με σχοινί στο τζάκι του σπιτιού, που συνήθως βρισκόταν στο «Έβ-ιτσή» (το καθιστικό τους). Άρχιζαν τότε να λένε τα κάλαντα ανεβασμένα εκεί πάνω.

Η νοικοκυρά του σπιτιού γέμιζε το σακκούλι των παιδιών μ’ὄλα τα καλά που είχε στο σπιτικό της. Κουραμπιέδες, γεμιστά, κουλούρια, ξηρούς καρπούς, λεμπλεμπιά ζαχαρωμένα κ.λ.π. Τα παιδιά από πάνω, τραβούσαν τη σακκούλα με τα δώρα. Αν πάλι ήταν δύσκολο ν’ανεβούν μέχρι την καμινάδα, τότε χτυπούσαν την εξώπορτα, έρριχναν μέσα στο σπίτι το σακκούλι τους το δεμένο με σχοινί και άρχιζαν να λένε τα κάλαντα.

Πηγή : ΑΤΤΑΛΕΙΑ – ΑΤΤΑΛΕΙΩΤΕΣ, Τόμ. Β΄, σελ. 9 -22.

Πνευματική Κληρονομιά Ετήσιες Εορταστικές Εκδηλώσεις - Έθιμα