Πνευματική Κληρονομιά Ενδιαφέροντα Κείμενα - Ομιλίες ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Οἱ Χριστιανοί ἐκέρδισαν τήν ἐκτίμησιν καί τόν σεβασμόν τῶν Τούρκων καί ἰδίᾳ τῶν χωρικῶν. 

Χάρις εἰς τούς Χριστιανούς πού ἀγόραζαν τοῦ χωρικοῦ τά προϊόντα καί πού τοῦ ἔδιδαν δουλειά καί προπάντων τοῦ ἔδιδαν τήν ἀμοιβήν του ὅσον κανένας ἄλλος, κατώρθωνε νά ζῇ ὁπωσδήποτε ἀνέτως αὐτός καί ἡ οἰκογένειά του. 

Ἔτσι μέ τήν ἁπλοϊκήν ψυχήν καί τήν ἀνθρωπιά του ἔτρεφεν ἕνα βαθύ αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρός τόν ἐργοδότην του λέγοντας : τρώγω τό ψωμί του. 

Διησθάνετο ἀκόμη μέ τήν ἀγραμματοσύνην πού εἶχε ἕνα αἴσθημα ἀνωτερότητος εἰς τούς Χριστιανούς, ἀναγνωρίζων οὕτω καί τήν πνευματικήν ὑπεροχήν τῆς φυλῆς μας. 

(Παναγ. Π. Χατζηπέτρου, Ἱατροῦ Ἀτταλέως, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΤΑΛΕΙΑΣ σελ. 37).

 

Οἱ τελευταῖες δεκαετίες μέχρι τόν διωγμό σφραγίστηκαν ἀπό δραματικά γεγονότα. Πολλοί ἐπιζῶντες θυμοῦνται καί συχνά μέσα ἀπό τόν θησαυρό τῶν προσωπικῶν τους βιωμάτων καί ἐμπειριῶν μοῦ ἀφηγήθηκαν ἱστορίες καί γεγονότα. Ὁ ἀείμνηστος πατέρας μου συχνά φόρτωνε τά παιδικά μου χρόνια, τήν ἐφηβεία μου καί τή νεότητά μου μέ ἀτέλειωτες διηγήσεις, πού διψασμένος ἄκουγα, χωρίς νά χορταίνω. Δέν μίσησα τούς Τούρκους, ὅπως δέν τούς μίσησαν οἱ Πισίδες πού ἔζησαν ἀδελφωμένοι μαζύ τους ἐπί 10 περίπου αἰῶνες. Καθόλου δέν ἔφταιξαν οἱ Τοῦρκοι (τό ἴδιο καλοί καί κακοί, ὅσο κι᾽ἐμεῖς), ἄν τά ὀργανωμένα συμφέροντα, ξένα καί ἐθνικά, φανάτιζαν καί τύφλωναν τίς μάζες τῶν φτωχῶν, καταπιεσμένων καί ἀγραμμάτων ἀδελφῶν τους. Ἐξ ἄλλου πολλοί πρόσφυγες θά θυμοῦνται μέ ἀγάπη Τούρκους συμπατριῶτες τους, πού ὄχι μόνο συμπαραστάθηκαν στίς δύσκολες στιγμές τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί μέ διάφορους τρόπους τούς διευκόλυναν καί τούς ἐξυπηρέτησαν, τόσο στίς δύσκολες ὧρες τῆς ἐξορίας, ὅσο καί τοῦ διωγμοῦ. 

(Η ΠΙΣΙΔΙΑ, Β. Βογιατζόγλου, σελ. 142).

 

Στίς 14 Ὀκτώβρη τοῦ 1922 ἀρχίζει ἡ μεγάλη πορεία τῆς προσφυγιᾶς. Ἑφτά χιλιάδες Ἕλληνες Πισίδες συγκεντρώθηκαν τελικά στήν Ἀττάλεια, περιμένοντας πλοῖα νά τούς παραλάβουν. Ἀλλά στό λιμάνι τίποτα τέτοιο δέν φάινεται. Ὁ Παπαϊωακείμ ἐκλιπαρεῖ τόν Τοῦρκο διοικητή νά ἐπιτρέψει στούς πρόσφυγες, νά παραμένουν στά ἄδεια πιά σπίτια τῶν Ἀτταλιωτῶν Χριστιανῶν, πού εἶχαν ἤδη φύγει γιά τήν Ἑλλάδα. Ὁ φιλοχριστιανός καί δίκαιος διοικητής ὄχι μόνο τό ἐπιτρέπει, ἀλλά παράλληλα συμβουλεύει τόν σεβάσμιο γέροντα, νά τηλεγραφήσει στήν Ἑλλάδα νά σταλοῦν πλοῖα. 

Πράγματι ὁ παπᾶς τηλεγραφεῖ στόν Γεώργιο Μαλλίδη ἐγκατεστημένο ἀπό χρόνια στή Ρόδο κι αὐτός μ έτή σειρά του στό Ὑπουργεῖο Προνοίας, στήν Ἀθήνα. Ἡ ἀνταπόκριση ὑπῆρξε ἄμεση. Στίς 4 Νοέμβρη τοῦ 1922 τρία μεγάλα ἐπιβατηγά, χωρίς σημαία, μέ ἐπικεφαλῆς Ἀμερικανικό ἀντιτορπιλλικό μπαίνουν στό λιμάνι τῆς Ἀττάλειας. Τελευταῖος ἐπιβιβάζεται ὁ Παπαϊωακείμ. 

Ἡ Πισιδία τῆς Μ. Ἀσίας. Β. Βογιατζόγλου, σελ. 151.

 

Ο ΚΑΛΟΣ ΤΟΥΡΚΟΣ Ο ΧΑΙΝΤΗ 

Βρισκόμαστε στίς πρώτες μαῦρες μέρες τοῦ Ὀχτώβρη στά 1922. Οἱ τουρκικές ἀρχές εἶχαν διατάξει νά ἐξοριστεῖ ὅλος ὁ ἑλληνικός πληθυσμός, οἱ ἄνδρες ἀμέσως στό ἐσωτερικό καί τά γυναικόπαιδα μέσα σέ ὀκτώ ἡμέρες στό ἐξωτερικό. 

Ἀπέραντς πανικός ξεχύθηκε στό ἑλληνικό στοιχεῖο, σέ πόλεις καί σέ χωριά. Οἱ ἄνδρες ἔφυγαν. Ὁ γυναικόκοσμος ξετρελλαμένος ἀπό τοῦτο τόν ξερριζωμό δέν ἤξερε τί νά πρωτομαζέψει καί νά πάρει μαζί του σέ κείνη τήν ἐξορία πού τόν ἔστελναν. Οἱ Τοῦρκοι δέν ἀπαγόρεψαν νά πάρουμε μαζί τά πράγματά μας. 

Ὁ πατέρας μου εἶχε πεθάνει πρίν 6 μῆνες καί ἡ Μητέρα μου χήρα μέ 5 παιδιά, δέν ἤξερε πού νά γυρέψει βοήθεια καί προστασία. Ὅλα τά μεγάλα σπίτια στή γειτονιά μας κι ἀλλοῦ, ἦσαν ἐπιταγμένα γιά νοσοκομεῖα, μιά καί βρισκόμαστε σέ ἐμπόλεμη κατάσταση. Δίπλα λοιπόν ἀκριβῶς ἀπό τό σπίτι μας ἦταν ἕνα τέτοιο νοσοκομεῖο. Γνωρίζαμε κάποιο Τούρκο ἐπιλοχία πού ἀπασχολιόταν ἐκεῖ. Ἦταν καλός ἄνθρωπος καί ἡ Μητέρα μου πῆρε τήν ἀπόφαση νά πάει νά τόν βρεῖ καί νά τοῦ πεῖ τόν πόνο της καί τούς φόβους της. 

Μέχρι τήν ὥρα ἐκείνη, ἴσως ἐπειδή τό σπίτι μας βρισκόταν κοντά σε νοσοκομεῖο πού το φρουροῦσαν, εἴχαμε ἀποφύγει τούς μακελλάρηδες ἐκείνους τῆς νύχτας. Ὅμως γιά πόσο ἀκόμα; 

Ὁ Τοῦρκος ἐκεῖνος λοιπόν πού σᾶς ἔλεγα, ἦταν στ᾽ἀλήθεια καλός ἄνθρωπος. Χαϊντή τόν ἔλεγαν καί σάν ἄκουσε τούς φόβους τῆς Μητέρας μου, πῆρε ἀμέσως «θέση». 

- Ἄμπλα (Κυρία), τῆς εἶπε. Ἀπό ἀπόψε κιόλας τό βράδυ θά᾽ρχομαι νά κοιμᾶμαι σπίτι σας, στό χώλ, ἔξω ἀπό τήν κάμαρή σου. Θά μπήξω καί τήν ξιφολόγχη μου στό πάτωμα κι ὅποιος τολμάει ἄς ἔρθει νά σᾶς πειράξει!». 

Τό᾽πε καί τό᾽κανε ὁ εὐλογημένος κεῖνος ἄνθρωπος καί ἡ μητέρα μου κάπως ξαναβρῆκε τό θάρρος της. Μαθεύτηκε αὐτό, ὅμως, ἀπό τούς συγγενεῖς μας καί κατατρομαγμένοι ὅπως ἦταν κι αὐτοί, κουβαλήθηκαν ὅλοι στό σπίτι μας, ἕνα σωρό οἰκογένειες, κάπου 20 ἄτομα, μια καί θά μᾶς φύλαγε ὁ Τοῦρκος. 

Σάν βράδυασε, κλειστήκαμε ὅλοι στο μεγάλο μας δωμάτιο στρώσαμε κατάχαμα ὅτι στρώματα καί ροῦχα εἴχαμε γιά νά ξαπλώσουν οἱ συγγενεῖς καί εἴπαμε νά κοιμηθοῦμε. Ὁ καημένος ὁ Χαϊντῆς εἶχε ἔρθει κιόλας καί εἶχε ξαπλώσει στό στρῶμα του μέ τήν ξιφολόγχη δίπλα του. Κάθε τόσο, ἔκανε πώς ψιλοβήχει, γιά νά μᾶς καθησυγάζει πώς εἶναι ἐκεῖ, μᾶς φυλάει καί νά μήν φοβόμαστε. 

Ὡστόσο ὅμως, ἡ ἀγωνία δέν ἔλεγε νά βγεῖ ἀπ᾽τήν ψυχή μας : Κι ἄν ὁ Τοῦρκος, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ «φύλακάς» μας, ὁρμήσει μές τή νύχτα καί μᾶς σφάξει σάν τ᾽ἀρνιά ; Συλλογιζόμαστε... 

Μιά καί δύό λοιπόν σηκωθήκαμε ἀπό τά στρώματα κι ὅλοι μας μαζί, βαλθήκαμε νά σύρουμε ὅτι βαρύ ἔπιπλο καί μπαοῦλο εἴχαμε στό δωμάτιο, νά τό βάλουμε πίσω ἀπό τήν πόρτα, νά τήν ἀσφαλίσουμε ! 

Ὁχτώ μέρες συνέχεια μᾶς φύλαξε ὁ καλός ἐκεῖνος ἄνθρωπος. Τίς νύχτες πού ἀντηχοῦσαν τά οὐρλιαχτά τῶν βασανισμένων, ὁ Χαϊντή πεταγόταν ἀπό τό στρῶμα καί φώναζε στή Μητέρα μου γιά νά τήν καθησυχάσει : «Ἄμπλα (κυρία), μήν φοβόσαστε. Ἐδῶ εἶμαι γώ!» 

Μέσα στίς ὁχτώ ἐκεῖνες μέρες ἑτοιμαστήκαμε. Γεμίσαμε τά μπαοῦλα μας, τά δέσαμε, κρύψαμε ὅτι χρυσαφικό μπορούσαμε μέσα στά ροῦχα, ἀλλά ἔμεναν κι ἄλλα κοσμήματα πού δέν μπορούσαμε νά τά κρύψουμε πιά πουθενά ἀλλοῦ. Καί πάλι ὁ εὐλογημένος κεῖνος ἄνθρωπος, ὁ τοῦρκος ὁ Χαϊντή, μᾶς βοήθησε. 

Δέχτηκε νά κρύψει τό σακκούλι μέ τά κοσμήματα τῆς μητέρας μου καί νά μᾶς τό φέρει νά τό παραδώσει τή μέρα πού θά φεύγαμε, στό λιμάνι. 

Καί πραγματικά τή μέρα πού φεύγαμε, ὁ Χαϊντή μας συνόδεψε στό λιμάνι. Μόλις τελείωσε ὁ ἔλεγχος πού μᾶς ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι, ἔχωσε κρυφά τό σακκούλι μέ τά κοσμήματα στά χέρια τῆς μητέρας μου. Ἀπ᾽αὐτήν, τά παρέλαβε ἡ γιαγιά μου καί τά᾽κρυψε μέσα στά φουστάνια της. Μετά, μπήκαμε στή βάρκα πού θά μᾶς πήγαινε στό καράβι... 

Ποτέ δέν ξέχασα τόν καλό ἐκεῖνο ἄνθρωπο, τόν Χαϊντή, τόν εὐλογημένο Τοῦρκο πού μᾶς στάθηκε προστάτης καί βοηθός. Καθώς μᾶς ἀποχαιρετοῦσε, δάκρυζε καί λυπόταν, προπαντός ἐμᾶς τά παιδιά τά καλομαθημένα, πού μᾶς ἐξορίζανε : «Ἄμπλα (Κυρία), ἔλεγε στή μητέρα μου, πώς θά καταφέρουν τά δόλια νά μεγαλώσουν ; Ἄκουσα πώς κεῖ πού πηγαίνετε ὑπάρχει πολλή φτώχεια ! Καί τό ψωμί ἀκόμα εἶναι λιγοστό ! 

Ὡστόσο ζήσαμε καί μεγαλώσαμε, πάντα μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί οἱ φόβοι τοῦ φίλου μας εὐτυχῶς δέν ἐπαληθεύτηκαν. 

«Ἀττάλεια καί Ἀτταλειῶτες» Β΄ Τόμος, σελ. 335-336.

 

Ἀπό τό Ἀνθολόγιο Πισιδίας. Μαρτυρία Κοσμᾶ Νικολαΐδη 

Γεννημένος τό 1901 στή Σπάρτη Μ. Ἀσίας. Ἀπεβίωσε τό 1987 στή Ν. Ἰωνία. Μετά ἀπό ἐπίσκεψή του στή Σπάρτη Μ. Ἀσίας ἔγραψε. 

Καθ᾽ὅλην τήν διαδρομήν μας εἰς τάς συνοικίας καί πρό παντός ὅταν περνούσαμεν ἀπό τούς πρός τάς ἑλληνικάς συνοικίας δρόμους, οἱ Τοῦρκοι συμπατριῶται μας, μᾶς ὑποδέχοντο μέ χαρά καί συγκινητικάς ἐκδηλώσεις, κλαίοντας πολλάκις μᾶς προσκαλοῦσαν νά μποῦμε στά σπίτια τους, να ξεκουρασθοῦμεν λίγο νά μᾶς προσφέρουν κανένα ἀναψυκτικό κ.λπ., μέ ἐνδιαφέρον ρωτοῦσαν ὁ καθένας καί ἡ κάθε μία διά τούς γνωστύς καί γείτονάς των, πολλές φορές βρισκόμεθα περικυκλωμένοι, προπαντός ἀπό γυναικοῦλες πού ὅλο καί κάτι ἤθελον νά μάθουν διά τίς παληές των γειτόνισσες καί φίλες. Ὅταν γιά μιά στιγμή τίς ἐρώτησα πώς δέν μᾶς ξεχάσατε ; Πῶς νά σᾶς ξεχάσωμεν ; ἀφοῦ τό ψωμί τό δικό σας τρῶμε ἀκόμη, ἀπό τήν τέχνην πού μᾶς εἴχατε μάθει (τήν ταπητουργίαν) συντηρούμεθα ἀκόμη, ἦτο ἡ ἀπάντησίς των, εἰλικρινής καί αὐθόρμητος. 

Μιά μέρα ἐπιστρέφοντας στό ξενοδοχεῖο πού μέναμε, εἴδαμε καμμιά δεκαπενταριά χωρικούς πού ἐκάθηντο εἰς τό κάτωθι τοῦ ξενοδοχειακοῦ καφενεῖον, μόλις μᾶς εἶδαν σηκωθήκανε ὅλοι καί μέ τό «χός γκελτιγνίζ» μᾶς χαιρέτισαν, ἀφοῦ ἀνταλλάξαμεν λίγα λόγια φιλοφροσύνης, τούς ἀποχαιρετήσαμεν διά νά φύγωμεν, ἀλλά μοῦ πιάνει τότε τά δυό μου χέρια ὁ γεροντότερος, ὁ ὁποῖος ὅπως μάθαμεν ἀργότερα ἦτο ὁ μουχτάρης (ὁ Πρόεδρος) τοῦ χωριοῦ των καί μᾶς λέγει : «πού πᾶτε ; ἡμεῖς διά σᾶς ἤλθαμεν, θά πᾶμε στό χωριό μας». Ἤσαν ἀπό τό Ἰλαβούς (ὅπου ἦτο καί τό ἁγίασμα τῶν ἁγίων Κηρύκου καί Ἰουλίττης μαρτύρων) «πρέπει νά ἔλθετε καί στό χωριό μας, δέν θά πᾶτε στό «Ἀι Κυργιός» ; Τά ἴδια λόγια ἐπαναλάμβανον καί οἱ ἄλλοι μέ τήν ἐπιμονήν τους μᾶς ἀπέσπασαν τήν ὑπόσχεσιν ὅτι θά ἔλθωμεν τήν ἄλλην ἡμέραν νά τοῦς δοῦμεν στό χωριό τους. 

Καί πράγματι τήν ἄλλη μέρα 16 ἐκδρομεῖς μέ τρία αὐτοκίνητα πήγαμε στό Ἰλαβούς, ἀλλά κάπως ἀργά πρός τό βράδυ. Μόλις φθάσαμεν, ἡ πρώτη μας δουλειά ἦτο, συνοδεία χωρικῶν, νά ἀνεβοῦμε στό Ἁγίασμα, πού ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ἀλλά λόγω τοῦ ἀνωμάλου εἰς ἀνηφόραν τοῦ ἐδάφους, μόλις ἑπτά κατορθώσαμεν νά φθάσωμεν στήν κορυφή, ὅπου ἐξακολουθεῖ νά πηγάζη καί νά τρέχη τό ξακουστό ἐκεῖνο νερό, κρύο σάν τοῦ πάγου, χίλια ἑπτακόσια καί πλέον χρόνια ἀπό τότε πού ἀνέβλυσε. 

Ἐδῶ χρειάζεται νά γραφοῦν ὁλίγα τινά διά τό ἁγίασμα αὐτό. Κατά τήν χριστιανικήν παράδοσιν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουλίττη μετά τοῦ τριετοῦς παιδιοῦ της Κηρύκου καταδιωκόμενοι ἀπό τούς εἰδολωλάτρας διώκτας των, ἔφθασαν μέχρις ἐκεῖ στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί ἐπειδή διψοῦσαν τό παιδί ἔκλαιε καί κτυποῦσε τό πόδι του ζητώντας νερό, καί ἡ μάνα του τό παρηγοροῦσε ὅτι ὁ Χριστούλης των θά φρόντιζε γιά νερό. Καί τότε ὡς, ἐκ θαύματος, ἐκεῖ πού πατοῦσε τό παιδί ἀνέβλυσε κρύο νερό καί ἐδροσίσθησαν καί τό νερό αὐτό ἐξακολουθεῖ νά πηγάζη καί νά τρέχη ἔκτοτε. 

Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Κηρύκκου παιδός τῆς Ἰουλίττης Μαρτύρων ἑορτάζεται τήν 15 Ἰουλίου ἐκάστου ἔτους. 

Πρός τῆς ἐκριζώσεώς μας ἀπό τήν πατρίδα ὅταν εἴμεθα ἐκεῖ, κάθε χρόνο ἀπό τήν προηγούμενη ἡμέρα τήν παραμονή δηλαδή τῆς ἑορτῆς μετέβαιναν πολλοί προσκυνηταί ἀπό τήν Σπάρτην καί ἀπό τά περίχωρα μέ ἕνα ἱερέα καί ἀφ᾽ἑσπέρας ἐτελεῖτο ἑσπερινός καί τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ ὄρθρος καί θεία λειτουργία, ἐκεῖ κοντά στήν πηγή ἐπί τῶν ἐρειπίων παλαιάς ἐκκλησίας, (ἴσως νά ὑπάρχη ἐκεῖ καί κανένα Μοναστήρι διότι καί ἡ τοποθεσία εἶναι πολύ κατάλληλος διά Μοναστήρι). Διαρκούσης τῆς θείας λειτουργίας ἄρχιζαν καί δυνάμωναν τά νερά ὥστε καθ᾽ὅλον τό μετέπειτα διάστημα μέχρι τοῦ χειμῶνος μέ τό νερό αὐτό ἐπότιζον οἱ χωρικοί τά περιβόλια καί τούς λαχανοκήπους των. 

Τό 1921 μετά τήν ἐκτόπισιν τοῦ ἀνδρικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Σπάρτης εἰς τό ἐσωτερικόν πρός τάς ἀνατολικάς ἐπαρχίας, εἰς τήν Σπάρτην εἶχαν μείνει τά γυναικόπαιδα μέ ὁλίγους γέροντας. Φυσικά τά γυναικόπαιδα δέν μπόρεσαν νά πᾶνε ὅπως κάθε χρόνο στό Ἁγίασμα τοῦ «Ἀι-Κηργιός» τό νερό δέν δυνάμωσε καί τά περιβόλια καί οἱ λαχανόκηποι ξεραθήκανε, διότι δέν ποτισθήκανε. 

Τό ἑπόμενο ἔτος ἀντιπροσωπεία χωρικῶν ἐπεσκέφθη τόν Ἀρχιερατικόν προϊστάμενον τῆς Σπάρτης Αἰδεσιμώτατον ἱερέα Ἰωακείμ Πεσματζόγλου (πού χάρις στήν διακρίνουσαν αὐτόν ἱκανότητα καί διπλωματικότητα, τήν αὐτοθυσίαν καί τήν πρός τό καθῆκον του προσήλωσιν, κατώρθωσε νά ὁδηγήση καί νά φέρη εἰς Ἑλλάδα τό πνευματικό του ποίμνιον, τά γυναικόπαιδά μας χωρίς νά πάθουν τό παραμικρόν) καί τόν παρεκάλεσαν ὅπως ἔλθουν καί πάλιν ὅπως πρίν καί διαβάσουν εἰς τό ἁγίασμα διά νά δυναμώση τό νερό. Ἡ ἴδια ἐπιτροπή ἐπεσκέφθη καί τόν κ. Νομάρχην καί τόν παρεκάλεσε ὅπως φροντίση καί ἔλθουν οἱ Χριστιανοί καί διαβάσουν, τονίζοντες ὅτι ἐπειδή δέν ἦλθαν πέρυσι, δέν δυνάμωνε τό νερό καί οἱ κῆποι των ἐξηράθησαν. Ὁ Νομάρχης κάλεσας τόν Αἰδεσιμώτατον Ἀρχιερατικόν προϊστάμενόν του συνέστησε ὅπως δεχθῆ τήν παράκλησιν τῶν χωρικῶν, πού τοῦ ὑπεσχέθη ὅτι θά λάβη ὅλα τά ἐνδεικνυόμενα μέτρα ἀσφαλείας τῶν προσκυνητῶν. Ἡ ἐπίμονος παράκλησις τῶν χωρικῶν ἔφερε τό ποθούμενον ἀποτέλεσμα τήν παραμονήν τῆς ἑορτῆς μετέβη στό Ἁγίασμα συνοδευόμενος ἀπό πεντηκοντάδα γυναικῶν ὁ ἀείμνηστος Ἱερεύς Πάτερ Ἄνθιμος καί ἐτέλεσε ἑσπερινόν καί Λειτουργίαν καί τό νερό δυνάμωσε πάλιν πρός μεγάλην χαράν καί εὐγνωμοσύνην τῶν χωρικῶν. 

Ἀπό τό Ἀνθολόγιο Πισιδίας, σελ. 111-114. Μαρτυρία Κοσμᾶ Νικολαΐδη.

Πνευματική Κληρονομιά Ενδιαφέροντα Κείμενα - Ομιλίες ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ