Ιστορία Ιστορία Ι.Μ.Πισιδίας Εισαγωγή

Εισαγωγή

ΠΕΡΙ ΠΙΣΙΔΙΑΣ - Εισαγωγικά

Ἡ Πισιδία εἶναι τοποθετημένη στήν Κεντρική καί Νότια Μ. Ἀσία, πάνω στόν ὀρεινό ἀσβεστολιθικό ὄγκο τοῦ Ταύρου (ὑψόμ. 3.585 μ.) διασχίζεται ἀπό τίς πολλαπλές διακλαδώσεις του. Ἔχει ἔκταση 100 περίπου τετραγ. χιλιόμετρα καί διαρρέεται ἀπό τούς ποταμούς Εὐρυμέδοντα (Κιοπρού Σού), Καταφράκτη (Ντουντέν τσάϊ) καί Κέστρο (Ἄκ Σού). Στήν Πισιδία ὑπάρχουν ἀκόμα τρεῖς λίμνες ἡ Ἀσκανία (Μπουρντούρ Γκιόλ), ἡ Βάρις (Γκιολτσούκ) καί ἡ Πρόσταινα (Ἐγιρδήρ), ἡ ὁποία εἶναι ἡ μεγαλύτερη λίμνη τῆς Πισιδίας καί μία ἀπό τίς ὡραιότερες τοῦ κόσμου, μέ ἀφθονία ψαριῶν καί πλούσια βλάστηση στίς ὄχθες της.

Περισσότερα...

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ

Μέ τήν ἄδειαν τοῦ ἐκδότη στό κεφάλαιο αὐτό παρατίθενται ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἐμπεριστατωμένη μελέτην τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης Βασιλείου Θ. Σταυρίδου : ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ – ΑΙ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 20ον ΑΙΩΝΑ. Ἔκδοσις Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996.

ΙΣΤΟΡΙΑ, Γενικά1

Σήμερον ἡ ὀνομασία τῆς μητροπόλεως ταύτης φέρει τόν τίτλον τῆς ἐπαρχίας καί ὄχι τῆς ἕδρας αὐτῆς, ἡ ὁποία κατά καιρούς ἤλλαξε τήν θέσιν της.

Ἀρχικά ἡ μητρόπολις αὕτη ἐγνωρίζετο ὡς ἡ μητρόπολις Ἀντιοχείας τῆς Πισιδίας. Ἡ πόλις αὐτή ἔκειτο εἰς τά σύνορα τῆς Φρυγίας, πλησίον τοῦ σημερινοῦ χωρίου Γιολβάς ἤ Γιολοβάτς, πρός ἀνατολάς τῆς λίμνης Ἐγερτίρ. Εὑρίσκετο εἰς τά νοτιοανατολικά τῆς ὀροσειρᾶς, ἡ ὁποία ἐχώριζε τήν Φρυγίαν ἀπό τήν Πισιδίαν. Ἐκτίσθη δέ ἀπό τούς κατοίκους τῆς Μαγνησίας, παρά τόν Μαίανδρον. Κατά μίαν ἄλλην ἐκδοχήν, ἀπό τόν Ἀντίοχον Γ΄ ἤ τόν Σέλευκον Νικάνορα. Οἱ Ρωμαῖοι τήν κατέστησαν ἐλευθέραν πόλιν τό 189 π.Χ. Ὁ Αὔγουστος πρίν ἀπό τό 11 π.Χ. τήν μετέτρεψεν εἰς ρωμαϊκήν ἀποικίαν, μέ τό ὄνομα Καισάρεια Ἀντιόχεια ἤ Ἀντιόχεια, κολωνεία Καισαρείας. Κατόπιν ἐχρησίμευσεν ὡς πρωτεύουσα τῆς Πισιδίας.

Ἐνωρίς ἀπώλεσε τήν ἀρχαίαν αὐτῆς λαμπρότητα, ἐκ τῆς ὁποίας παραμένουν μόνον ὡρισμένα ἐρείπια.

1 Ἐπισκοπική Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σελ. 281 -287

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Εἰς τήν Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας ἔζων ἀρκετός ἀριθμός ἰουδαίων, πού εἶχον τήν συναγωγήν των. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μαζύ μέ τόν Βαρνάβαν, ἐπεσκέφθη τήν πόλιν αὐτήν δύο φοράς κατά τήν Α΄ ἀποστολικήν του περιοδείαν (44 – 45 μ.Χ.). Ἐκήρυξε τόν λόγον ἐκεῖ καί ἵδρυσε τήν χριστιανικήν Ἐκκλησίαν, ἀποτελεσθεῖσαν ἀπό τούς ἰουδαίους καί τούς ἐθνικούς, τήν ὁποίαν καί διωργάνωσε καταλλήλως. Καί κατά τάς δύο ἄλλας ἀποστολικάς περιοδείας του (Β΄ τέλη 48-ἀρχαί 52, Γ΄ ἄνοιξις 52-ἄνοιξις 57), ὅτε διῆλθεν ἀπό τήν Φρυγίαν καί τήν Γαλατίαν, ἵσως νά ἐπέρασε καί ἀπό τήν Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας (Πρ. 13, 14 -51. 14,21. 16,6. 18/23). 

Ἀργότερον ἡ πρωτεύουσα αὕτη τῆς Πισιδίας ἀνυψώθη εἰς μητρόπολιν, μέ ἐπισκοπάς ἐξαρτωμένας ἀπό αὐτήν. Ὁ πρῶτος μνημονευόμενος ἐπίσκοπός της ὑπῆρξεν ὁ Εὔδοξος ἐπί Μαξιμιανοῦ (285-305).

Ἀπό τά ὡς ἄνω τακτικά1 φαίνεται ὅτι ἀρχικά ὁ μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας Πισιδίας ἐκαλεῖτο Ἀντιοχείας, τό δέ ΙΔ΄ αἰῶνα ἀρχίζει νά ὀνομάζεται Πισιδίας, μέ ἐναλλαγάς καί ὡς Ἀντιοχείας, ἀλλ΄ἔκτοτε καί μέχρι τῆς σήμερον γνωρίζεται ὡς Πισιδίας. 

Αἰῶνες Θρόνος

Ζ΄ (7ος) 24ος

ΙΣΤ΄ (16ος) 18ος Κρατεῖ αὐτήν τήν θέσιν μέχρι τοῦ 1923 

Ἐπισκοπαί Ἀριθμός

Ζ΄ (7ος) 18

Η΄- Θ΄ (8ος -9ος ) 21 – 19

Ι΄- ΙΓ΄(10ος – 13ος) 31. Μετά ταῦτα τελικῶς ἐκλείπουν2 

1 Παραλείπεται ἐνταῦθα ἡ ἀναγραφή τῶν Τακτικῶν ὑπ’ἀριθμ. 2 -20 σελ. 283 -285 τοῦ βιβλίου.2 Προφανῶς λόγω καταλήψεως τῆς περιοχῆς ὑπό διαφόρων κατακτητῶν.

Αὐτήν τήν εἰκόνα παρουσιάζει ἡ μητρόπολις Πισιδίας μέχρι τῆς ἀλώσεως τῆς ΚΠόλεως κατά τό 1453. Θά πρέπει νά λεχθῆ ὅτι κατά τήν περίοδον τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, πρό καί μετά τό 1453, δέν ἔχομεν πολλάς πληροφορίας διά τήν ἐκκλησιαστικήν διοίκησιν/διοργάνωσιν τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Πάντως φαίνεται ὅτι ἡ μητρόπολις Πισιδίας ἐσυνέχιζε νά ὑφίσταται καί εἰς τόν ἐπισκοπικόν της κατάλογον νά ἀναγράφωνται τά ὀνόματα τῶν κατόχων τῆς ἕδρας μέχρι τοῦ 1923, ὅπως καί μετέπειτα. 

Μέ τήν ἐνωρίς ἔκλειψιν τῆς Ἀντιοχείας, ἕδρας τῆς μητροπόλεως, ἡ ἕδρα μεταφέρεται ἀπό τήν Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας εἰς τήν Σπάρτην, ἀπό δέ τοῦ 1661 ὡς τοιαύτη χρησιμοποιεῖται καί ἡ Ἀττάλεια. Ὁ Πισιδίας ἐξηκολούθει νά διαμένῃ τόν χειμῶνα μέν εἰς τήν Σπάρτην τῆς Πισιδίας τό δέ θέρος εἰς τήν Ἀττάλειαν τῆς Παμφυλίας. 

Κατά τόν Πέργης Εὐάγγελον, καί ἐπί τῇ βάσει γραπτῶν πληροφοριῶν τοῦ ἔτους 1661, λόγῳ ἐπιδόσεως, ἀπό τοῦ 1575 αἱ τρεῖς ἐρημωθεῖσαι ἐπαρχίαι : τῶν Μύρων, τῆς Σίδης καί τῆς Ἀτταλείας ἐδόθησαν εἰς τόν μητροπολίτην Πισιδίας, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νά ἐμφανίζεται ἔκτοτε ὡς «ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Σίδης, Μυρέων καί Ἀτταλείας» μέχρι τοῦ 1923, ἐνῷ μετά ταῦτα μόνον ὡς «Σίδης καί Ἀτταλείας». 

Εἰς τούς στατιστικούς πίνακας τῶν ἱ. Μητροπόλεων τῶν ὑπαγομένων εἰς τό κλῖμα τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου τοῦ Ἡμερολογίου τοῦ ἔτους 1907 (σ. 102 -103) βλέπομεν : 

Μητροπόλεις : 18. Μητρόπολις Πισιδίας

Ἕδρα Ἐπαρχίας : Σπάρτη καί Ἀττάλεια

Ἐκκλησίαι : 13

Ἁγιάσματα : 1

Ἱερεῖς : 8

Σχολεῖα : 23

Διδάσκαλοι : 38

Διδασκάλισσαι : 20

Μαθηταί : 2.204

Μαθήτριαι : 758

Ἐν ὅλῳ : 2.962 

Ἀπό τόν συνολικόν ἀριθμόν τῶν μαθητῶν, δυνάμεθα ἵσως νά ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί τῆς ἱερᾶς μητροπόλεως Πισιδίας μέχρι τοῦ Κ΄ αἰῶνος ἔφθανον τάς 15.000 – 20.000 ψυχάς. Κατά τό περιοδικόν «Ξενοφάνης» (Σεπτέμβριος 1906) οὗτοι ἦσαν 37.998, παρά τῷ Σταματίῳ Ἀντωνοπούλῳ (σ. 14). 

Κατά τόν Γεώργιον Κλ. Σκαλιέρην, γράφοντα τό 1922 (σ. 283), «ια΄). Ἡ Ἐπαρχία Πισιδίας, ἧς ὁ Μητροπολίτης τιτλοφορεῖται Ὑπέρτιμος καί Ἔξαρχος Σίδης, Μυρέων καί Ἀτταλείας, περιλαμβάνει ἐκ τοῦ Βιλαετίου Ἰκονίου τάς Διοικήσεις Βάριδος, Σπάρτης (Ἰσπάρτα, Χαμήδ), Πολυδωρίου (Μπουλδούρ), Ἀτταλείας (Τεκέ ἤ Ἀττάλεια) καί ἐκ τοῦ Βιλαετίου Σμύρνης τάς Ὑποδιοικήσεις Τελμησσοῦ, Μάκρης, (Μέγρι), Ἡρακλείας (Κιοτζεΐζ), Φύσκου, Μαρμαρᾶ (Μερμερίς) τῆς Διοικήσεως Μύνδου (Μεντές). Ὁ Μητροπολίτης τῆς Ἐπαρχίας ταύτης, ἀσκούσης δικαιοδοσίαν ἐπί 40 πόλεων, κωμοπόλεων, κωμῶν καί χωρίων, ἑδρεύει ἐκ περιτροπῆς ἐν Ἀτταλείᾳ καί ἐν Σπάρτῃ».

Ιστορία Ιστορία Ι.Μ.Πισιδίας Εισαγωγή